Προς διαμόρφωση «πλανητικής αγέλης» από την παιδική ηλικία στην T.V

 

 

της Βασιλικής Β. Παππά[1]

Η τηλεόραση προβάλλει διαφορετικά πρότυπα και αξίες ζωής από αυτά που το σχολείο και η οικογένεια προσπαθούν να προωθήσουν. Ο ερωτισμός, η βία, το σεξ, ο τζόγος, η επικράτηση του ισχυρότερου, η καταπάτηση των αξιών του ανθρώπου και της ζωής κυριαρχούν στα σίριαλ που προβάλλονται καθημερινά[2]. Mε τις εκτιμήσεις αυτές γίνεται φανερό ότι η τηλεόραση επηρεάζει την κοινωνική συνείδηση και διαμορφώνει πρότυπα ζωής και σχέσεων, που προσανατολίζουν ηθικά ιδιαίτερα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία[3]. Κατά την άποψη του Althusser[4] (1981) το εκπαιδευτικό σύστημα μαζί με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας αποτελούν τον κυριότερο ιδεολογικό μηχανισμό και καθορίζουν τους όρους και την κατεύθυνση προς την οποία διαμορφώνεται κάθε φορά η λεγόμενη κοινή γνώμη. Στο βαθμό που εμφανίζουν κατασκευασμένες (πλαστές) πραγματικότητες ή συγκαλύπτουν άλλες, ενισχύουν και πριμοδοτούν την παραγωγή ενός μονοδιάστατου και μη κριτικού τρόπου σκέψης, γι’ αυτό και κατηγορήθηκαν ότι συνιστούν το πιο δραστικό «κοινωνικό ναρκωτικό» στην εποχή μας.

Μέσα από τις καθημερινές τηλεοπτικές εικόνες ο κόσμος παρουσιάζεται στο κοινό όχι όπως είναι αλλά όπως η κυρίαρχη ιδεολογία τον θέλει να είναι[5], με αποτέλεσμα στην ψυχολογία των παιδιών να αντανακλάται το σύστημα των προβαλλόμενων αξιών. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε[6] στο Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστόνς, υπό την εποπτεία της καθηγήτριας Ψυχολογίας Ντόνα Μαμ, έδειξε ότι τα παιδιά, ακόμα και αυτά που βρίσκονται στο πρώτο έτος της ηλικίας τους, επηρεάζονται άμεσα είτε από μια ταινία είτε από ένα τηλεπαιχνίδι. Εκτός από τα κινούμενα σχέδια, ό,τι βλέπουν στην οθόνη το εξισώνουν με την πραγματικότητα. Καθώς μεγαλώνουν, υιοθετούν νέες αντιλήψεις για την τηλεοπτική πραγματικότητα, πιστεύοντας αρχικά πως ο,τιδήποτε αντικρίζουν στις προβαλλόμενες εικόνες είναι πραγματικότητα που θα μπορούσε να συμβεί, ενώ αργότερα πως ό,τι βλέπουν σ’ αυτές αναπαριστάνει κα΄τι πιθανό να συμβεί στην πραγματικότητα. Ωστόσο, καθώς αυξάνονται οι εμπειρίες της ζωής ή οι ώρες τηλεοπτικής παρακολούθησης, η εντύπωση ότι τα προγράμματα αναπαριστούν την κοινωνική πραγματικότητα δε φαίνεται να αλλάζει και πολύ[7].

Έτσι σταδιακά επέρχεται η ταύτιση με την εικόνα της τηλεόρασης, η αποδοχή δηλαδή της τηλεοπτικής μυθοπλασίας ως πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτό η μυθοπλασία της τηλεοπτικής ροής υποκαθιστά την ίδια την πραγματικότητα, γίνεται η ίδια πραγματικότητα, δημιουργεί συνήθειες, κοινές στάσεις ζωής, κοινές αναφορές[8]. Η ταυτοποίηση με τους ήρωες που προβάλλονται είναι απολύτως φυσική και ουσιαστική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται ανησυχητική όταν ταυτίζονται με τρόπο μόνιμο, νιώθουν αδύναμα και δεν έχουν εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις. Αν με το πέρασμα του χρόνου παραμείνουν στο στάδιο αυτό, κρίνεται απαραίτητο, για να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να εφαρμοστεί αυτοσχέδια θεραπεία, όπως η ανάθεση εργασιών που να μπορούν να τις πραγματοποιήσουν[9].

Οι ανρώπινοι χαρακτήρες που προβάλλονται υποδεικνύουν πρότυπα ζωής, τα οποία – με βάση τη θεωρία του AlbertBandura, θεμελιώδης αρχή της οποίας είναι η μίμηση προτύπου – παίζουν το ρόλο του «οδηγού» στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και εξωθούν στην ομοίωση[10]. Ως εκ τούτου, οι εικόνες που λαμβάνονται από τους μικρούς δέκτες αφομοιώνονται και στη συνέχεια εξωτερικεύονται με συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς[11]. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός τετράχρονου Ιταλού που στην προσπάθειά του να μιμηθεί τα κατορθώματα των αγαπημένων του Pokemon που παρακολουθούσε σε κινούμενα σχέδια «πέταξε» από τον εξώστη του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας όπου ζούσε. Κι αυτό γιατί οι ήρωες της σειράς αυτής, πρώτης σε τηλεθέαση παγκοσμίως μεταξύ των παιδιών 2-11 ετών, ζώντας σε ημιάγρια κατάσταση, δεν πεθαίνουν ό,τι κι αν πάθουν, απ’ όπου κι αν πέσουν. Λιποθυμούν, πηγαίνουν στο αναρρωτήριο αλλά σύντομα επιστρέφουν έτοιμοι για δράση[12]. Έτσι, το παιδί δε μορφώνεται και δεν κοινωνικοποιείται πλέον με τα πρότυπα της οικογένειας, αλλά αρχίζει να συνδέεται με την εξωοικογενειακή κουλτούρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται προβληματική και η επικοινωνία με τους γονείς του[13].

Ακόμη η πλειονότητα των προγραμμάτων στρέφει τα παιδιά από πολύ νωρίς στην αναζήτηση του χρήματος και στον ανταγωνισμό, με σκοπό την επίδειξη, την με κάθε τρόπο επικράτηση και την επιβολή του «δικαίου» του ισχυρού. Εκείνοι που προβάλλονται περισσότερο και εντονότερα είναι οι ποδοσφαιριστές, κάθε λογής τραγουδιστές («ελαφροί», «βαρείς», «λαϊκοί», «μοντέρνοι»), ηθοποιοί της μικρής και της μεγάλης οθόνης, πρόσωπα που επιδεικνύουν ενδύματα, και γενικά αυτοί που αποκομίζουν περισσότερα χρήματα και είναι περισσότερο αναγνωρίσιμοι. Επομένως, από τη στιγμή που εκθειάζονται ο εγωκεντρισμός, η προσωπική ευτυχία και η κοινωνική αναγνώριση και απουσιάζουν σχεδόν πάντοτε ο αλτρουισμός, η ισότητα και η φιλία, εύλογο είναι οι μικροί τηλεθεατές να αποπροσανατολίζονται από τις ισχύουσες ηθικές αξίες[14].

Αυτή η αναδιάρθρωση των αξιών στη ζωή διαστρεβλώνει τη σκέψη των παιδιών και των νέων και τα ωθεί σε λαθεμένες και παραμορφωμένες κρίσεις και αντιλήψεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τους μηχανισμούς επιτυχίας στην πραγματική ζωή που απαιτεί τάλαντα και εργασία[15]. Τα αθλητικά και μουσικά προγράμματα παρέχουν στους νέους όνειρα, απόδραση από μια ανυπόφορη καθημερινότητα και την αυταπάτη ότι βρίσκονται κοντά στα είδωλά τους, στις διασημότητες της τηλεόρασης ή του (αδρά πληρωμένου) αθλητισμού. Αποβαίνει[16] έτσι η τηλεόραση το κληροδότημα των φτωχών παιδιών, το χόμπι των παιδιών χωρίς χόμπι – όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γάλλος καθηγητής πανεπιστημίου Φρανσουά Μαριέ.

 

 

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr