Πολυξένη Βακιρλή-Γιαννακοπούλου

Κριτική Ανάλυση Κώστας Σταύρου

Πρόλογος

(κατά την  παρουσίαση της ποιήτριας)

Η πρώτη συλλογή της κ. Πολυξένης Βακιρλή-Γιαννακοπούλου, με τον τίτλο «Φως στην άκρη της καταχνιάς», εκδόθηκε πρόσφατα, από τις εκδόσεις Bookstars.

Τα 10 πρώτα ποιήματα αποτελούν την Πρώτη ενότητα.

Αναφέρονται στις συνέπειες της κρίσης σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, όπως το πολιτικό, το ερωτικό και το επίπεδο της διαβίωσης.

Ως αντίστιξη στην καταχνιά, το σκοτάδι και τη θλίψη που γεννά η κρίση στις καρδιές των ανθρώπων, έρχεται το φως με τα οκτώ ποιήματα της Δεύτερης ενότητας. Πρόθεση κι ελπίδα είναι να λειτουργήσουν ως αισιόδοξη προοπτική.

Δεν πρόκειται για ιστορική καταγραφή της πραγματικότητας και οπωσδήποτε δεν είναι πολιτικά, με τη στενή σημασία της λέξης, ποιήματα.

Ο ποιητικός λόγος της κ. Γιαννακοπούλου λειτουργεί με συμβολιστικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία και μέσω αυτών, και επιπλέον σήμερα, με την απαγγελία από την κυρία Ελένη Γλαρέντζου θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε και να παρουσιάσομε τα 11 από τα ποιήματα· έξι από το πρώτο μέρος και πέντε από το δεύτερο.

Πεύκη, 4 Μαρτίου 2015

Κωνσταντίνος Σταύρου

 Βιογραφικό

της Πολυξένης Βακιρλή-Γιανακοπούλου

Η Πολυξένη (Πόλα) Βακιρλή-Γιανακοπούλου γεννήθηκε στο Σύδνεϋ, αλλά κατάγεται από την Ακράτα της Αχαας, όπου και μεγάλωσε.

Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Αθήνας φιλολογία, στη φιλοσοφική σχολή.

Δίδαξε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Τα τελευταία είκοσι χρόνια υπηρέτησε στο 2ο Λύκειο Πεύκης, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Έχει έντονη παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου διαμονής της.

Υπήρξε μέλος του ΔΣ του ΠΕΑΠ Πεύκης κατά τα έτη 2013 -14.

Είμαι μέλος του συλλόγου ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ και μέλος του συλλόγου Γυναικών Λυκόβρυσης –Πεύκης, του οποίου υπήρξε για ένα εξάμηνο γραμματέας.

Γράφω δοκίμια, άρθρα και ποίηση.

Δημοσιεύει τα ποιήματά της σε λογοτεχνικούς ιστότοπους και περιοδικά όπως το βιβλίο net, anemos magazine, Κελαινώ, Αίτιον, Φρέαρ.

Έχει τιμηθεί με το δεύτερο βραβείο του περιοδικού Κελαινώ το 2014 για το ποίημά “Ζωή όπως θάλασσα“

Συμμετέχει στο κίνημα "100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή" όπου και διακρίθηκε για το ποίημα “Τα δικά μας μάρμαρα".

Το 2015 απέσπασε το τρίτο βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς αγώνες ποίησης με το ποίημα “ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ”.

Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο “Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΙΧΟΣ” της Παναγιώτας Ζαλώνη, εκδ. Αγγελάκη, καθώς και στη β' ομαδική ποιητική συλλογή των εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ 2015.

Είναι μέλος του λογοτεχνικού κινήματος ΑΙΤΙΟΝ, όπου και συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις του.

Μέλος του μουσικοποιητικού καφενείου με επικεφαλής τη Μαίρη Γραμματικάκη, όπου και έχει πάρει μέρος σε εκδηλώσεις με απαγγελία ποιημάτων της.

Συμμετείχε στην έκδοση του "Καλλιτεχνικού ημερολογίου 2015" του ιστότοπου "το βιβλίο νετ" με το ποίημα "Το όργωμα".

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές:

Φως στην άκρη της καταχνιάς, εκδ. Bookstars, 2014 και

Μικρό αλώνι, εκδ. Γαβριηλίδης 2015.

Ταυτόχρονα ετοιμάζει και την τρίτη συλλογή ποιημάτων της.

Είναι παντρεμένη με τον Γιάννη Βακιρλή και έχει δυο γιους.

 

 

 

 

Μέρος 1ο: Η καταχνιά

Τοπίο προς αποσύνθεση

Νεκρές χελώνες βγήκανε στους δρόμους,

τα καύκαλά τους μισολειωμένα!

Δηλητηριώδη ερπετά σέρνονται στις άδειες πλατείες!

Τεράστια φύκια κατάμαυρα, ψόφια, κοσμούν τις ακρογιαλιές!

Δίπλα τους υπερμεγέθη ψάρια χάσκουν με το στόμα τους ανοιχτό

να καταπιούν την άβυσσο!

Πουλιά τεράστια αποδημητικά έτοιμα προς αναχώρηση

για άλλες χώρες γελαστές, ελπιδοφόρες!

Ένας ουρανός κατάμαυρος ξερνάει σύννεφα και βροχή

ασταμάτητα!

Κι οι άνθρωποι φευγάτοι!

Άδειασαν τα καθίσματα στην πλατεία,

σκοτάδι! Έπεσ' η νύχτα ζοφερή, ανελέητη!

Τότε βγήκαν οι μάσκες του κακού,

κάλυψαν τα πρόσωπα και διέταξαν τους μασκοφόρους «Εν δυο- εν δυο».

Μια γυναίκα με λευκό πρόσωπο έτρεξε να κρυφτεί βιαστικά....

Η τελευταία πεταλούδα της ημέρας ακολούθησε τα βήματά της....

Ρίγος απλώθηκε παντού και σιωπή, απόλυτη σιωπή

θαρρείς νεκρική!

Μόνο τα βήματα των μασκοφόρων ακούγονταν στην πλατεία!

Κι εκείνα υπόκωφα!

Τοπίο προς αποσύνθεση

Στην πρώτη και στην τρίτη στροφή, με δαντικές εικόνες της κόλασης αισθητοποιείται η διάλυση, η εξάρθρωση, η παράλυση της πολιτείας:

-νεκρές χελώνες με  μισολειωμένα καύκαλα,

-φύκια τεράστια κατάμαυρα, ψόφια κοσμούν (τι ειρωνεία!) τις ακρογιαλιές

-υπερμεγέθη ψάρια

Στη δεύτερη στροφή, που μεσολαβεί, δηλώνεται ο τόπος: οι πλατείες, σύμβολο και σε άλλα ποιήματα για το δημόσιο χώρο, σε αντιδιαστολή προς τον ιδιωτικό, την πολιτεία, τη χώρα, «τον τόπο μου»

Εδώ η εικόνα της ερήμωσης πιο φρικτή κι από το θάνατο:

Δηλητηριώδη ερπετά σέρνονται στις άδειες πλατείες

Η 4η στροφή με τα αποδημητικά πουλιάέτοιμα προς αναχώρηση παραπέμπει στη μετανάστευση των ανέργων νέων για άλλες χώρες γελαστές ελπιδοφόρες!. Ισχυρή αντίθεση που επιτείνει την αίσθηση της ερήμωσης στην πολιτεία.

Ακόμη κι ο κατάμαυρος ουρανός ξερνάει σύννεφα και βροχή ασταμάτητα

κι έτσι συμπληρώνεται στην 6η στροφή, με τρεις δυνατούς και σύντομους στίχους, η εικόνα της έρημης χώρας:

-φευγάτοι οι άνθρωποι / -άδεια τα καθίσματα στην πλατεία

-σκοτάδι –νύχτα ζοφερή  – ανελέητη!

Τότε ακριβώς, (στην 7η στροφή) όταν η νύχτα πέφτει σαν αυλαία σε σκηνικό θεάτρου, κάνει την εμφάνισή του το κακό: οι άνθρωποι του σκότους, οι διατάζοντες, οι μασκοφόροι απειλητικοί, εκείνοι που σπέρνουν το φόβο.

και τα πιο αδύναμα όντα (8η στροφή): μια γυναίκα κάτωχρη (: με λευκό πρόσωπο) από το φόβο κι η τελευταία πεταλούδα της ημέρας τρέχουν να κρυφτούν βιαστικά.

Η κορύφωση της ερήμωσης, του φόβου (ρίγος), του θανάτου (απόλυτη σιωπή, θαρρείς νεκρική) και ο ήχος, που μόλις ακούγεται (υπόκωφος) από τα απειλητικά βήματα των μασκοφόρων, ολοκληρώνουν την αποσύνθεση του τοπίου.

Κι εμείς, μέσα από τις εξελισσόμενες φρικτές εικόνες, τη νεκρική σιωπή, την απειλή, μένουμε άδειοι, σαν τις άδειες πλατείες, ανήμποροι, φοβισμένοι.

Η εκτέλεση του έρωτα

Σκοτώσανε τον έρωτα χθες βράδυ στην πλατεία.

περαστικοί αλήτες τον μαχαιρώσανε!

Πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.

Με τη δέουσα σειρά.

Σκοτώσανε τον ΄Ερωτα!

Τον αφανίσανε!

Τα χαμόγελα κι οι υποσχέσεις

πετρώσανε στα χείλη τους.

Γύρω τους περαστικοί διαβάτες

κοιτούσαν μ' απορία...

γιατί; ποιοι; πώς;

η απάντηση πλανιόταν στον αέρα...

Δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας...

όχι, δεν ήταν αυτοί!

Ήταν η φτώχεια που εκτέλεσε τον Έρωτα.

δίπλα του οι Ερωτιδείς

κείτονταν κι αυτοί κατάχαμα!

ΕΧΑΣΚΕ το στόμα τους!

Η εκτέλεση του έρωτα

Στ. 1-8.  Πέντε ρήματα (σκοτώσανε, μαχαιρώσανε, πάλι σκοτώσανε, αφανίσανε, πετρώσανε) δίνουν το ρυθμό στους οκτώ πρώτους στίχους.

Από τον 1ο ως τον 6ο στίχο όλο και μικραίνουν οι στίχοι.

Με το πρώτο (σκοτώσανε) ξεκινά ο πρώτος στίχος και κλείνει με το (μαχαιρώσανε) ο δεύτερος στίχος.

Στ. 3-4. Η αφηγηματική δραματοποίηση:

Ακολουθούν δύο στίχοι, χωρίς ρήματα, τα θύματα:

Πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.: πρώτα το αδύναμο πλάσμα…

Με τη δέουσα σειρά.

Με την αοριστία των τεσσάρων πρώτων στίχων, ο παρατηρητής εστιάζει στην αποτρόπαιη πράξη, στο έγκλημα, ως συμβάν αναπότρεπτο, μοιραίο.

Ακολουθούν δύο στίχοι [5-6] με τα ρήματα (σκοτώσανε – αφανίσανε) στις ίδιες ακριβώς θέσεις, στην αρχή και στο τέλος, όπως στους δύο πρώτους στίχους, και με τον ίδιο ακριβώς τονικό ρυθμό.

Σκοτώσανε τον Έρωτα! Το θύμα δηλώνεται με τη συνεκδοχή (τον Έρωτα)

Τον αφανίσανε!

Και η θλιβερή διαπίστωση [7-8]: Ο έρωτας δύο νέων ανθρώπων έμεινε ακόμη ως χαμόγελο και υπόσχεση στα πετρωμένα χείλη τους.

Το ποίημα συνεχίζεται σαν θεατρική πράξη [9-18]

Οι περαστικοί διαβάτες απορούν και αναρωτιούνται:

-γιατί, ποιοι, πώς;

-Ο χώρος του εγκλήματος: η  πλατεία (το σύμβολο της χώρας)

-Ο χρόνος: χθες βράδυ: ( το σκοτάδι  γεννά το κακό)

-Το θύμα: ο Έρωτας: (δυο νέοι, αγόρι και κορίτσι)

Κι ο δράστης; Η απορία γρήγορα αποκαλύπτεται και οι περαστικοί διαβάτες αρνούνται να δεχθούν το προβαλλόμενο ψέμα, γιατί …

[12] η απάντησηπλανιόταν στον αέρα…

[13] Δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας…

[14] όχι, δεν ήταν αυτοί!

και η αγωνία κορυφώνεται… μαζί, ο θυμός για το δράστη (η φτώχεια) και η θλίψη για τα θύματα (οι νέοι άνθρωποι):

[στ. 15] ήταν η φτώχεια  που εκτέλεσε τον Έρωτα.

Ένα ποίημα που σβήνει σιγά σιγά.

Από την τραγική εικόνα των νεκρών σωμάτων, στην πραγματική αιτία «ήταν η φτώχεια που εκτέλεσε τον Έρωτα». Και από ’κει στην απόλυτη ακινησία, με το στόμα τους να χάσκει, από την πείνα, που θερίζει στην πλατεία ό,τι πιο όμορφο υπάρχει στη χώρα.

Ίδια είναι η πορεία και των δικών μας συναισθημάτων, από την ταραχή και τη θλίψη στην αφωνία που επέβαλε η αποκάλυψη της αλήθειας:

Δεν χρειάζονται αποδείξεις: Δράστης είναι η κρίση που φέρνει το κακό.

Στο ποίημα δεν υπάρχουν κραυγαλέες εντάσεις και εξάρσεις.

Μια γραμμική αφήγηση, στο πρώτο μέρος, γεννά απορίες στους πολίτες και στοχασμούς.

Στο δεύτερο μέρος. Φράσεις σύντομες, περιεκτικές δεν παρεκκλίνουν από το καίριο νόημά τους: σκοτώσανε τον έρωτα, τον μαχαιρώσανε, τον αφανίσανε, γιατί, ποιοι, πώς;

Λέξεις που έχουν τη μοναδική τους θέση και προβάλλουν είτε το υποκείμενο-δράστη, (δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας…Όχι, δεν ήταν αυτοί)

είτε τη σειρά των πράξεων: πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.

Είναι ένα ποίημα στα μέτρα του ανθρώπου.

Οδηγεί τα συναισθήματα μέχρι εκεί που μπορεί ο αναγνώστης να τ’ αντέξει σαν γροθιά στο στομάχι.

Άδειο τραπέζι

(28-12-2011)

Βάρβαροι έρχονται καθημερινά στο τραπέζι μας.

Κάθονται κοντά μας και τρώνε απρόσκλητοι!

Μας παίρνουν τη μπουκιά απ' το πιάτο μας.

Μας κλέβουν το νερό απ' το μπουκάλι.

Μας κλέβουν τη ζωή!

Το μεγάλο καρβέλι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Το κομματιάζουν ανελέητα! Χωρίς οίκτο!

Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Παίρνουν τα μικρά κομμάτια και τα σκορπάνε

στο πάτωμα. Ύστερα τα πατάνε. Έτσι όπως

τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας!

Ύστερα πιάνουν το μπουκάλι με το νερό

και το χύνουν στο πάτωμα!

Το μπουκάλι αδειάζει. Έτσι όπως αδειάζει

και η ζωή μας!

Ένα καρβέλι, ένα κομμάτι ψωμί τσαλαπατημένο.

Ένα μπουκάλι νερό χυμένο στο πάτωμα.

Ψωμί και νερό..... Ανύπαρκτα πια!

Ψωμί και νερό που μας τα πήραν πάνω απ' το τραπέζι!

Γιατί ?

Άδειο τραπέζι

Στην 1η στροφή του ποιήματος η 1η σκηνή του έργου:

Με απόλυτη επίγνωση για τους απρόσκλητους επισκέπτες:

«βάρβαροι»: είτε με την αρχική σημασία της ονοματοποιημένης λέξης, είτε με τις σημασίες του εχθρού ή του άξεστου ή του βάναυσου, που προκύπτουν από τη συμπεριφορά τους, ιδιαίτερα, στη δεύτερη στροφή.

Η ποιήτρια «πατά γερά» πάνω σε στίχους στους οποίους κλιμακώνεται σταδιακά η απαίσια συμπεριφορά των απρόσκλητων εισβολέων στη ζωή μας.

Με ψυχραιμία και νηφαλιότητα γι αυτά που μας συμβαίνουν, περιγράφονται τα «γιγνόμενα» με πέντε ρήματα σε παροντικό χρόνο. Οι αποτρόπαιες πράξεις των βαρβάρων κορυφώνονται με τις επαναλήψεις στους τελευταίους στίχους.  

Βάρβαροι έρχονται…στο τραπέζι μας

Κάθονται … και τρώνε απρόσκλητοι!

Μας παίρνουν την μπουκιά…

Μας κλέβουν το νερό…

Μας κλέβουν τη ζωή

Ο ρυθμός στη 2η στροφή μεταβάλλεται, γίνεται αργός. Ο αφηγητής, πάντα ψύχραιμος, εστιάζει στις ενέργειες – πάντα σε παροντικό χρόνο – γιατί έτσι μπορεί και στοχάζεται.

Οι στοχασμοί του οργανώνονται στη 2η στροφή, σχεδόν, με απόλυτη συμμετρία: 3+3+4 στίχοι

Το μεγάλο καρβέλι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Το κομματιάζουν ανελέητα! Χωρίς οίκτο!

Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Ο πρώτος στίχος χωρίς ρήμα, εστιάζει στο ψωμί.

Ο δεύτερος, στη βαναυσότητα και ανοικτίρμονα συμπεριφορά των βαρβάρων.

Ο τρίτος, με την αλληγορική ερμηνεία, στο πραγματικό νόημα και στο κίνητρο της πράξης. Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Παίρνουν τα μικρά κομμάτια και τα σκορπάνε

στο πάτωμα. Ύστερα τα πατάνε. Έτσι όπως

τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας!

Η ύλη, ίδια: το ψωμί. Χωρίς να ονομάζεται. Εδώ εστιάζει στις πράξεις με δύο ρήματα: σκορπάνε, πατάνε.

Ακολουθεί στον 3ο στίχο το πραγματικό νόημα της παραβολής:

Έτσι όπως τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας

Δεν απαιτείται, νομίζω, ιδιαίτερη προσοχή για να δούμε τις εικόνες των στίχων ή για ν’ ακούσουμε τον ήχο των τριών ομοιοτέλευτων ρημάτων: σκορπάνε,πατάνε, τσαλαπατάνε, με άλλα λόγια για να βρεθούμε στο ίδιο κλίμα με το ποιητικό υποκείμενο. 

Ύστερα πιάνουν το μπουκάλι με το νερό

Και το χύνουν στο πάτωμα!

Το μπουκάλι αδειάζει.

Έτσι όπως αδειάζει και η ζωή μας!

Στο τελευταίο τετράστιχο της στροφής, ίδιες αργές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις αποκαλύπτουν αφενός την πρόθεση των βαρβάρων, αφετέρου επιτείνουν το δικό μας μαρτύριο. Έτσι όπως αδειάζει το μπουκάλι και χάνεται αργά αργά το νερό στο πάτωμα, έτσι αδειάζει και η ζωή μας!

Στην 3η στροφή, ο αναστοχασμός:

Λέξεις απλές, καθημερινές, στοιχειώδεις: Ψωμί, νερό: τα ελάχιστα υλικά της ζωής, τα μέγιστα και ανεκτίμητα για την επιβίωση.

μας τα πήραν πάνω απ’ το τραπέζι! 

Γιατί;

Ένα ποίημα, μια απορία.

Ένα ερωτηματικό γιατί που δεν έχουμε ακόμη απαντήσει.

Ίσως να μην απαντήσουμε ποτέ.

Ίσως να μη χρειάζεται απάντηση.

Πάντως, το νιώσαμε αυτό “το γιατί,” ταξιδεύοντας με το ποίημα.

Μέρες μοναξιάς

Πώς μας κυκλώνει η μοναξιά με κύκλους δίχως τέλος!

Δάχτυλα που τρέχουν

τρέχουν με ταχύτητα στο πληκτρολόγιο

του υπολογιστή μου....

Τρέχουν να συναντήσουν άλλα δάχτυλα,

απ' την απέναντι μεριά

που απεγνωσμένα μου στέλνουν φακελωμένη

τη μοναξιά του άλλου σ' ένα sms ή ένα mail

ή ακόμη καλλίτερα ένα like!

Μάτια που δακρυσμένα κολλάνε

μπροστά στην οθόνη για να δουν

ένα αγαπημένο πρόσωπο

μεσ' απ' τον εικονικό κόσμο του Skype!

Κι έτσι η λαχτάρα γίνεται συνάντηση

περιορισμένη στον τόπο και το χρόνο.

Κι η προσμονή σκοντάφτει πάνω στο κρύο κρύσταλλο

της οθόνης του υπολογιστή μου για μια συνάντηση κάλπικη.

Απλώνω τα χέρια ν' αγγίξω τ' αγαπημένο πρόσωπο

και σταματάω εκεί στο γυαλί!

Ανατριχίλα!

Κοιτάζω γύρω μου. Δεν υπάρχει κανείς.

Σκορπίσαν όλοι! Στο φευγιό τους

μ' αφήσανε μόνη μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου!

Ο ήχος των πλήκτρων ρυθμικός, μονότονος

ίδια η ψυχή μου!

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!

Μέρες μοναξιάς

Ατέλειωτοι, επάλληλοι κύκλοι, η μοναξιά, πώς να δραπετεύσεις!

Με μια ανάσα διαβάζεται το ποίημα, στο ρυθμό του «τρέχουν… τρέχουν, τρέχουν» της 2ης στροφής.

Με την ταχύτητα των εντολών στον υπολογιστή.

Απόπειρα απεγνωσμένη, μάταιη δραπέτευση από τη μοναξιά…

Η συνάντηση είναι η μοναξιά ενός άλλου, φακελωμένη, πάει να πει φυλακισμένη, σ’ ένα sms, σ’ ένα mail, ή ένα like

Μια αντωνυμία προσωπική σε γενική στον 3ο στίχο «του υπολογιστή μου», κι άλλη μια στον 6ο«μου στέλνουν» στη θέση του αντικειμένου, είναι πολύ φτωχές για να κάνουν αισθητή την ανθρώπινη παρουσία, όταν μάλιστα η δεύτερη χάνεται μέσα στην ανωνυμία «στέλνουν» του τρίτου πληθυντικού προσώπου.

Τι αναζητά το ποιητικό υποκείμενο με μάτια δακρυσμένα;

Ένα αγαπημένο πρόσωπο!

Μέσ’ από τον εικονικό κόσμο του Skype.

Το συναντά ως εικονική παρουσία, άϋλη, άτοπη, άχρονη.

Η συνάντηση, αλίμονο, είναι κάλπικη.

Μια μόνο λέξη στο κλείσιμο της 2ης στροφής, ένα μόνο αίσθημα, του τρόμου: Ανατριχίλα!

4η στροφή. Προσγείωση στην πραγματικότητα: οι άνθρωποι φευγάτοι, «σκορπίσαν όλοι»

Μήπως ο άνθρωπος, ο πραγματικός, είναι μόνος μπροστά στον υπολογιστή;

Ακούστε τον ήχο στους στίχους που ακολουθούν. Εκεί βρίσκεται η απάντηση:

«Ο ήχος των πλήκτρων ρυθμικός, μονότονος

ίδια η ψυχή μου!

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!»

Με κεφαλαίο το γράμμα Α.

Σε τούτο το ποίημα η εξέλιξη είναι φθίνουσα:

Ο γοργός ρυθμός της 2ης στροφής, αντίστοιχος της απεγνωσμένης αναζήτησης, σβήνει σιγά σιγά, καθώς στην 3η στροφή διαψεύδονται οι προσδοκίες από μια συνάντηση κάλπικη.

Και στην τελευταία στροφή ο αργόσυρτος ρυθμός των τελευταίων στίχων πάει να συναντήσει, σαν σε σχήμα κύκλου, το ρυθμό του πρώτου στίχου στο ποίημα:

Πώς μας κυκλώνει η μοναξιά με κύκλους δίχως τέλος!  [στ.1]

……………………………………………………………

και ο τελευταίος…

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!  

Παράκληση στον ήλιο

(Μάρτης του 2013)

Τί έχουν τα λουλούδια σου ήλιε κι είναι θλιμμένα;

Τα παιδιά σου πού τα παράτησες ορφανά καταμεσής του δρόμου;

Τα παιδιά σου πού τα στέλνεις να δουλέψουν στις πόρτες της Ευρώπης;

Ήλιε της Ελλάδας, λαμπερέ, με τη δική σου ιστορία,

μια ιστορία τρομαχτική τόσων αιώνων... Πού τα κουβάλησε το άρμα του Φαέθοντα στις χώρες της Εσπερίας;

Κι οι γυναίκες σου, απόγονοι τόσων σπουδαίων γυναικών...

Οι μανάδες με το ζεστό χαμόγελο και τ' απλωμένα χέρια,

χέρια όλο αγκαλιά και λαχτάρα για τους γιους και τις κόρες

που αποχωρίστηκαν, μένουν εδώ κολλημένες στη γη

που βλέπεις από ψηλά!

Ήλιε, μη μένεις αδιάφορος θεατής των πάντων!

Ζέστανε με τις ακτίνες σου τις καρδιές τους,

ζωντάνεψε το χαμόγελο που έχει πετρώσει στα χείλη τους!

Δώσε στο βλέμμα τους προοπτική κι ελπίδα!

Φέρε πίσω τους γιους και τις κόρες στη γενέθλια γη τους!

Αυτή που τους ανάθρεψε, που τους έκανε άντρες και γυναίκες.

όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί τους ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ!!!

Παράκληση στον ήλιο

[Ενότητα 1η . Στίχοι 1-8.]

Με τέσσερις απορηματικές ερωτήσεις προς τον ήλιο, τον οικείο, της Ελλάδας τον ήλιο, αναζητείται απάντηση για τα ξενιτεμένα παιδιά-λουλούδια της κρίσης, για τα παρατημένα, ορφανά παιδιά καταμεσής του δρόμου.

Κι ακόμη, ένα δίκαιο παράπονο, συνάμα και υπόμνηση της ευθύνης του Ήλιου γιατί είναι όλα τα παιδιά, παιδιά σου.«…Πού τα κουβάλησε το

άρμα του Φαέθοντα στις χώρες της Εσπερίας;»

Στη 2η ενότητα [Στίχοι 9-13] Εικόνες γυναικών και μανάδων «με το ζεστό χαμόγελο και τ’ απλωμένα χέρια»

Είναι κι αυτές δικές σου υπάρξεις. Απόγονοι σπουδαίων γυναικών, που λαχταρούν να κλείσουν στην αγκαλιά γιους και κόρες που αποχωρίστηκαν.

Τέλος στην τρίτη ενότητα [13-20] η παράκληση προς τον ήλιο, με τέσσερα προτρεπτικά ρήματα στην αρχή κάθε στίχου.

Ζέστανε με τις ακτίνες σου τις καρδιές τους,

ζωντάνεψε το χαμόγελο που έχει πετρώσει στα χείλη τους!

Δώσε στο βλέμμα τους προοπτική κι ελπίδα!

Φέρε πίσω τους γιους και τις κόρες στη γενέθλια γη τους!

Δεν είναι μια ταπεινή προσευχή ενός φοβισμένου ή δυστυχισμένου.

Δεν είναι έκκληση στους ισχυρούς. Δεν είναι εγωιστικό αίτημα. Δεν προκαλεί τον οίκτο. Είναι μια παράκληση γεμάτη με ευγενικά συναισθήματα που προκαλούν οι εικόνες σε κάθε στίχο. Η πατρίδα τους χρειάζεται!

Αλτρουϊσμός! Μέριμνα για την πατρίδα! 

Τι κρίμα

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ! Να μιλάς με τ' αστέρια κάθε πρωί, να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να κοιμηθείς!

Τι κρίμα να σ' αναγκάζουν οι αισθήσεις σου να κάνεις πράγματα

που δεν τα θέλεις!

όπως για παράδειγμα να βλέπεις ματωμένα κορμιά στους δρόμους ή στην καλλίτερη περίπτωση παιδιά να ζητιανεύουν το ψωμί τους ή ακόμα μανάδες να τα κρατάνε στα χέρια τους νεκρά!

Να γεύεσαι κι εσύ έτσι το παράλογο του κόσμου μας, του κόσμου μας

που δε λέει να σωπάσει!          

Τι κρίμα! Τι κρίμα!

Τι κρίμα

Σύντομες εικόνες, αντιθετικές υποβάλλουν το άδικο, το λάθος, το παράλογο του κόσμου. Ο κόσμος ανάποδα, αντίστροφα προς την κανονική, τη λογική,  ροή των πραγμάτων. Με υπερρεαλιστικά στοιχεία, ακόμη και στη σύνθεση των στίχων, το ποίημα αξιοποιεί στο έπακρο το παράλογο του κόσμου.

Ας δούμε πού τελειώνουν οι στίχοι της 1ης ενότητας:

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ! Να μιλάς με τ’ αστέρια κάθε

πρωί, να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να

κοιμηθείς!

Τι συμβαίνει αν τους αλλάξουμε ελάχιστα; Αν τους φέρουμε δηλαδή σε κάποια συντακτική κανονικότητα, όπως…;

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ!

Να μιλάς με τ’ αστέρια κάθε πρωί,

να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να κοιμηθείς!

Τι καταφέραμε;

Αφαιρέσαμε ένα επιπλέον υπερρεαλιστικό στοιχείο του ποιήματος. Φέραμε το ποίημα σε κανονικότερο, ρεαλιστικότερο κόσμο. Αυτό ακριβώς που δεν ταιριάζει στην τεχνική του ποιήματος, ούτε, βέβαια, στο ύφος με το οποίο πασχίζει να ντύσει τους στίχους η δημιουργός του.

Κι εμείς, χάσαμε την έμφαση που εξασφαλίζεται με τον παράταιρο, τον άλογο ρυθμό των στίχων της πρώτης εκδοχής.

Οι βίαια, λοιπόν, συγκοπτόμενοι δύο πρώτοι στίχοι στο τέλος τους (κάθε, να) και ο ανακόλουθος συντακτικά τρίτος (κοιμηθείς), λειτουργούν αναλογικά προς το παράλογο του περιεχομένου τους.

Πιο απλά: Οι κατακερματισμένοι-παράλογοι στίχοι βρίσκονται σε συμφωνία με το παράλογο περιεχόμενό τους.

Ο τίτλος, «Τι κρίμα» ανοίγει και τη 2η ενότητα. [στίχοι 4-9].

Μόνο που μετακινείται κάπως η σημασία του, από το εκτός λογικής, στο εκτός αρετής: από το παράλογο στο άδικο.

Οι ανυπόφορες εικόνες των παιδιών που ζητιανεύουν ή των νεκρών παιδιών στα χέρια των μανάδων τους γεννούν θλίψη και στενοχώρια.

Τέλος, ο τίτλος μετακινείται επαναλαμβανόμενος και δημιουργεί κυκλικό σχήμα, στο τέλος του ποιήματος.

Το παράλογο του κόσμου μας είναι πλέον το ότι δεν έχει τέλος το παράλογο του κόσμου μας. (Ας το ξανακούσουμε)

Μια λεπτομέρεια, που δεν είναι λεπτομέρεια, τη συναντάμε και σε άλλα ποιήματα:

Ας θυμηθούμε τα ρήματα: να γελάς, να μιλάς, να χαϊδεύεις, καθώς πέφτεις να κοιμηθείς, να σ’ αναγκάζουν … να κάνεις πράγματα που δεν τα θέλεις, να βλέπεις, να γεύεσαι και εσύ.

Εσύ αναγνώστη γίνεσαι το υποκείμενο!

Μήπως υποκρύπτεται κάποιο παράπονο, μήπως υπονοείται κάποια μομφή για την αδράνειά σου, για την απραξία σου;

Είναι και κάτι περισσότερο: Είναι η γέφυρα που μας οδηγεί στο επόμενο 10ο ποίημα, Το σκηνικό των ημερών, που θα ακούσουμε σήμερα το τέλος του μόνο:

Κι εσύ παρακολουθείς το θέαμα, από τον καναπέ σου,

ασφαλής, βολεμένος στους τέσσερις τοίχους του σαλονιού σου. 

Τι κρίμα! Ένας δυστυχής θεατής ενός τόσο σημαντικού έργου!

Μέρος 2ο: Το φως

Απρόσεκτος, ομολογώ, ή και συνεπαρμένος από την «Κόκκινη καμέλια» που ακολουθεί, δεν είχα προσέξει στην πρώτη ανάγνωση την αντιστροφή στον τίτλο της συλλογής. Ενώ προτάσσονται τα 10 ποιήματα του κακού, της απαισιοδοξίας και ακολουθούν τα 8 της αισιοδοξίας, ο τίτλος της συλλογής διατυπώνεται με αντίστροφη φορά: Φως στην άκρη της καταχνιάς.

Την παράλειψη μού αποκάλυψε η ποιήτρια.

Προτάσσοντας, λοιπόν, το φως ανοίγει νωρίς, νωρίς ένα παράθυρο αισιοδοξίας.

Κόκκινη καμέλια

Κόκκινες καμέλιες στη γλάστρα στο μπροστινό μπαλκόνι!

Δεν χορταίνω να τις βλέπω!

Διψάει το βλέμμα την αλήθεια!

Τούτους τους δύσκολους καιρούς τους θολωμένους,

που όλα μοιάζουν μπερδεμένα μεσ' στη σκέψη και την καρδιά

το βλέμμα αποζητάει τ' αυθεντικό, τ' αληθινό, το όμορφο!

Να πάρει ο άνεμος το άλικο χρώμα τους

κι η ελπίδα να το κάμει ντύμα της!

Στο αχνό φως του δειλινού

κρατώ μια κόκκινη καμέλια στο χέρι,

κάνω μια ευχή «Ας έρθουν και στον τόπο μου

ξάστερες μέρες».

Κόκκινη καμέλια

Μετά, την αποσύνθεση, την καταχνιά, την ερήμωση της πλατείας-πολιτείας, μετά το παράλογο και τ’ άδικο που δε λέει να σωπάσει, που δε λέει να τελειώσει…

Με τη σκέψη και την καρδιά, με το Λόγο και την ψυχή, και με οδηγό τις αισθήσεις  η δημιουργός …με το βλέμμα της

αποζητάει τ’ αυθεντικό, τ’ αληθινό, το όμορφο! (στον 6ο στίχο)

Το βρίσκει στις καμέλιες, στο κόκκινο χρώμα τους, στην ελπίδα που ξανανθίζει κι απλώνεται σ’ όλη τη χώρα, [στους στίχους 7 και 8]

Να πάρει ο άνεμος το άλικο χρώμα της!

Κι η ελπίδα να το κάμει ντύμα της!

Όμως, όλα είναι ακόμη θολά και μπερδεμένα.

Τούτους τους δύσκολους καιρούς τους θολωμένους,

που όλα μοιάζουν μπερδεμένα μεσ’ στη σκέψη και την καρδιά… [Στίχοι 4 και 5]

Γι’ αυτό, το ποιητικό υποκείμενο με την πορφυρή καμέλια στο χέρι και με την ελπίδα στην καρδιά κάνει μια ευχή:

«Ας έρθουν και στον τόπο μου

ξάστερες μέρες»  (Οι δύο τελευταίοι στίχοι)

Ξάστερες: λαμπερές, φωτεινές, διαυγείς, όχι θολές μέρες

Το αληθινό ταυτίζεται με το αυθεντικό, με το όμορφο, με την ελπίδα.

Με αυτές τις έννοιες διαπλέκεται η κόκκινη καμέλια.

Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο μιας μεγάλης αλήθειας:

Πάμε μπροστά με το συναίσθημα και όπου χρειάζεται επιστρατεύουμε τη λογική για να διορθώσουμε τα λάθη μας.

***

Πάει πια η καταχνιά, πάνε οι μπερδεμένες σκέψεις κι οι θολωμένοι καιροί. Έχει μεσολαβήσει άλλωστε η αναγέννηση της φύσης και η αναγέννηση του Έρωτα στο ποίημα «Του Μαγιού ο έρωτας», που μόλις προσπεράσαμε

Διαβάζω δύο από τις οκτώ στροφές:

Την Άνοιξη καρτέραγες

και το καλοκαιράκι

ν’ ανοίξεις τα φτεράκια σου

αλάληγο πουλάκι

Και στου Μαγιού το γύρισμα

και στ’ αγεριού την αύρα

εγεύτηκες τον έρωτα

κι είν’ η καρδιά σου λαύρα

13. Όλη η μέρα

Όλη η μέρα είναι δική μου, ν' αγαπήσω τον κόσμο,

να μοιράσω το φως στους ανθρώπους,

τη χαρά στα παιδιά, λευκά, μαύρα ή κίτρινα,

τη γαλήνη στις μικρές ψυχές τους!

Όλη η μέρα είναι δική σου.

Να στείλεις ένα χαμόγελο στον ήλιο,

ν' αδράξεις τη χαρά απ' το μπαλκόνι του γείτονα

ή τη λύπη απ' το υπόγειο δυάρι του ηλικιωμένου ζευγαριού

και να την κάμεις κτήμα σου, τείχος

στο ανελέητο σφυροκόπημα του εχθρού

που σε καταδιώκει!

Όλη η μέρα είναι όλων μας,

είναι ένα πανηγύρι το πρώτο φως της μέρας,

το παιχνίδισμα των ακτίνων του ήλιου

πίσω απ' τις κουρτίνες του σαλονιού,

το τρυφερό άγγιγμα του χεριού της αγαπημένης

ή του αγαπημένου ή το νοερό άγγιγμα

της ψυχής αυτών που αγαπήσαμε!

Είναι ένα πανηγύρι ο ιδρωμένος μόχθος της μέρας,

μια δοξολογία ατέρμονη στη μυστηριακή ύπαρξη

του είναι μας, ένα φιλί στο αθώο μάγουλο του παιδιού

που κοιμάται ξέγνοιαστο στο φως του αποσπερίτη!

Όλη η μέρα

Τώρα έφτασε η μέρα μας, μέσα από την αναβάθμιση του πρώτου στίχου στις τρεις πρώτες στροφές:

Όλη η μέρα είναι δική μου…, Όλη η μέρα είναι δική σου… Όλη η μέρα είναι όλων μας…

Τώρα είμαστε στο «εμείς» ή καλύτερα στο «όλοι μας»

Είναι η μέρα που μοιράζομαι με τους άλλους ευγενή συναισθήματα: αγάπη με όλο τον κόσμο, φως-ελπίδα, χαρά και γαλήνη με τα λευκά, μαύρα ή κίτρινα παιδιά. [1η στροφή]

Είναι η μέρα για «Να στείλεις ένα χαμόγελο στον ήλιο»

Να μοιραστείς τη χαρά του γείτονα ή τη λύπη του ηλικιωμένου ζευγαριού

Και να την κάνεις δική σου (κτήμα σου) και ασπίδα σου (τείχος)

στο ανελέητο σφυροκόπημα του εχθρού

που σε καταδιώκει.

Τώρα έχεις αναγνωρίσει τον «εχθρό» σου και είσαι αποφασισμένος ν’ αντισταθείς, έχεις αφήσει πίσω εκείνον τον δυστυχή, ασφαλή και βολεμένο με τον καναπέ του σαλονιού του. (στίχοι από «Το σκηνικό των ημερών» ποίημα  που επίσης προσπεράσαμε)

Όλη η μέρα είναι όλων μας. [3η στροφή]

-Είναι το πανηγύρι του ήλιου  μέσα στο σπίτι μας

-Τα αγαπημένα πρόσωπα έρχονται  πιο κοντά

-Η σκέψη μας καλεί τους  απόντες που αγαπήσαμε και  νιώθει, έστω νοερά, την παρουσία  τους.

Ο μόχθος του εργαζόμενου έγινε πια πανηγύρι, ύμνος της ύπαρξής μας και σαν βραδιάσει γίνεται

ένα φιλί στο αθώο μάγουλο του παιδιού

που κοιμάται ξέγνοιαστο στο φως του αποσπερίτη! [4η στροφή] 

Ξαναγίναμε, λοιπόν, κανονικοί άνθρωποι!

Ο αργός ρυθμός, το πλήθος των εικόνων και των πρωταγωνιστών, τα ευγενή συναισθήματα εντείνουν την αίσθηση της ευφορίας, σαν να μη θέλουμε να τελειώσει το θαύμα.

Θαύμα

Γυναίκες γυμνές τρέχανε στους δρόμους!

Ήτανε δυο θεές που κατέβηκαν στη γη!

Τα μαλλιά τους, βόστρυχοι ξανθοί, πέφτανε στους ώμους

φωτιές στα μάτια, χέρια που κρώζανε στον άνεμο!

Παιδιά ζητούσαν τις μανάδες τους ακατάπαυστα!

Άπλωναν τα χέρια, τις αγκάλιαζαν!

Χάνονταν μες στο πλήθος, ανακατεύονταν με τους περαστικούς.

Οργισμένα βλέμματα, νοήματα βουβά...

Ένα σμήνος πουλιών διάβαινε στην αντίπερα όχθη!

Τα χαιρετούσε, δοξάζοντας έτσι το πέταγμα ψηλά, στο άπειρο!

Κει που δε φτάνει κανένα ανθρώπου χέρι,

μήτε σφαίρα για να τα σκοτώσει!

Τα παιδιά κοιτούσαν σαστισμένα! Οι φτέρνες τους

ξεκολλούσαν που και που απ' τη γη! Η βουή του πλήθους

τώρα ανακατευόταν με το τιτίβισμα των πουλιών!

Γινόταν ένα! Ένα μίγμα περίεργο, ακατανόητο!

Τα παιδιά μίλησαν τη γλώσσα των πουλιών!

Τώρα οι φτέρνες τους ξεκόλλησαν απ' τη γη!

Πέταξαν κι εκείνα! Οι μανάδες κοίταζαν έκπληκτες!

Πάει, σώθηκαν! Είπαν όλες με μια φωνή!

Ύστερα ο ήλιος έδειχνε τις σκιές τους

καταμεσής του δρόμου!

Θαύμα

Όλα τα ρήματα σε χρόνο παρελθοντικό (τρέχανε, ήτανε, κατέβηκαν, πέφτανε, κρώζανε…). Όπως χρησιμοποιούμε τη λέξη θαύμα με αυτό το νόημα: ήταν θαύμα ή έγινε θαύμα.

1η σκηνή [1η και 2η στροφές]

Δυο γυναίκες γυμνές - θεές, έτρεχαν, φοβερά αλλόκοτα όντα, οργισμένες χειρονομούσαν  «χέρια που κρώζανε», εικόνα και ήχοι μαζί, μια σύνθεση αλλόκοτη,  ακατάληπτη σε κατάσταση έξαρσης.

«Παιδιά ζητούσαν τις μανάδες τους» «ακατάπαυστα, χάνονταν μες στο πλήθος, ανακατεύονταν με τους περαστικούς»

Αναζητούσαν προστασία στη ζεστή αγκαλιά των μανάδων.

Πανδαιμόνιο: Οργισμένοι άνθρωποι τα κυνηγούσαν, ο φόβος τα απειλούσε.

2η σκηνή [3η στροφή] 

Πουλιά διάβαιναν στην αντίπερα όχθη, εκεί που οι κακοί δεν μπορούσαν να τα απειλήσουν και χαιρετούσαν τα παιδιά και τους έδειχναν το δρόμο της διαφυγής, το δρόμο της σωτηρίας .

3η σκηνή  [4η, 5η και 6η στροφές]  

«Τα παιδιά κοιτούσαν σαστισμένα» Έμαθαν ποια ήταν η σωτηρία τους και δοκίμαζαν «που και που» να σπάσουν τα δεσμά τους να ξεκολλήσουν απ’ τη γη. Η ένταση στην κορύφωση της, η αγωνία επίσης: ένα ανακάτεμα τα τιτιβίσματα των πουλιών και η βουή του πλήθους. Ήχοι ακατανόητοι.

Τότε ακριβώς έγινε το θαύμα:

«Τα παιδιά μίλησαν τη γλώσσα των πουλιών»

«τώρα οι φτέρνες τους ξεκόλλησαν απ’ τη γη!

Πέταξαν κι εκείνα! Οι μανάδες κοίταζαν έκπληκτες!

Πάει σώθηκαν! Είπαν όλες με μια φωνή!

Ελεύθερα τα παιδιά, επιτέλους ελεύθερα. Απαλλαγμένα από το φόβο και τη μιζέρια.

Ο ήλιος φώτιζε για πάντα το δρόμο τους. Ποτέ πια καταχνιά και σκότος.

Κέρδισαν τη ζωή τους με τη δική τους προσπάθεια.

Ο ήλιος έδειχνε τις σκιές τους στο δρόμο.

Οι μανάδες κράτησαν την ανάμνησή τους.

Κάθε στροφή και μια ολοζώντανη εικόνα στα όρια του υπερρεαλιστικού, όπως  στα όρια του ακατόρθωτου, όπως ακριβώς ένα θαύμα, ένα υπερφυσικό φαινόμενο, που δεν εξηγείται με τη λογική, με τη φυσική τάξη.

Ένα θαύμα στο χώρο της ελπίδας, ένα όνειρο στα όρια της πραγματικότητας.

Η σωτηρία των παιδιών της χώρας, είναι, τουλάχιστον, μια ανακούφιση.

Της παρέας

Ένα ολάνθιστο μπουκέτο στο σαλόνι!

Απ' το πουθενά.

Ξεφύτρωσε ανάμεσα στις χαραμάδες,

στις σκιές των τοίχων,

στη λάμψη της αναμμένης στο τζάκι φωτιάς!

Στην καθημερινότητα!

Μια παρέα καθισμένη στην τραπεζαρία.

Φίλοι που ήρθαν απρόσκλητοι να γεμίσουν το χώρο,

που εσύ φρόντισες με περισσή επιμέλεια.

Αντικείμενα καλογυαλισμένα,

άσπρο τραπεζομάντηλο απλωμένο στο τραπέζι,

γύρω πρόσωπα γελαστά, χαρούμενα

και δάχτυλα υψωμένα στο χάος

που ψάχνουν απεγνωσμένα

να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο,

εκείνο που είπαμε στην αρχή. Τ' άσπρα πέταλα των τριαντάφυλλων

ή τα κόκκινα απ' τα γαρύφαλλα,

δεν έχει σημασία το χρώμα.

Ν' ακουμπήσουν τη χαρά, τη γιορτή

να τη σφίξουν στης παλάμης τ' αγκάλιασμα,

στης καρδιάς τ' αγκάλιασμα, στο είναι τους!

<<Έτσι πολεμάτε της μιζέριας  τον ίσκιο>>,

είπε κάποιος απ' την παρέα,

τούτες τις νύχτες που βαραίνει

στον τοίχο του σπιτιού μας!

Της παρέας

Πόσο οικείος ακούγεται ο τίτλος! Όχι μόνο φίλοι, αλλά και ίσοι, όμοιοι!

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται απ’ την 1η στροφή:

Μέσα σε έξι στίχους, τέσσερις ολοζώντανες εικόνες  συνθέτουν το σκηνικό του χώρου. Και ένα μόνο ρήμα, ξεφύτρωσε, σύνθετο με το αχώριστο μόριο ξε- με τη σημασία του ξαφνικά, του απροσδόκητου, του απρόσμενου.

Ο τίτλος πρώτα, Της παρέας.

Ακολουθεί αμέσως μετά το ολάνθιστο μπουκέτο, το praeludium, δηλαδή τραγούδι, παιχνίδι – χορός, προμήνυμα.

Έτσι μας οδηγεί η ποιήτρια στην 1η πράξη προοικονομώντας αντίστοιχα συναισθήματα.

Η παρέα των απρόσκλητων φίλων γέμισε τον χώρο

Που εσύ φρόντισες με περισσή επιμέλεια. [στίχος 9]

Η δημιουργός του ποιήματος δείχνει το ποιητικό υποκείμενο και ταυτίζεται μαζί του.

Ο φιλόξενος χώρος [στίχοι 10, 11]:

καλογυαλισμένα αντικείμενα, άσπρο τραπεζομάντηλο και τα πρόσωπα (στίχος 12): γελαστά και χαρούμενα βρίσκονται στο ίδιο κλίμα.

και δάχτυλα υψωμένα στο χάος

που ψάχνουν απεγνωσμένα

να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο

εκείνο που είπαμε στην αρχή. Τ’ άσπρα πέταλα των

τριαντάφυλλων

ή τα κόκκινα γαρύφαλλα,

δε έχει σημασία το χρώμα. (στίχοι 13-19)

Και ξαφνικά…όλα αλλάζουν:

Στίχοι 23-26: «Έτσι πολεμάτε της μιζέριας τον ίσκιο»

     είπε κάποιος απ’ την παρέα,

     τούτες τις νύχτες που βαραίνει

     στον τοίχο του σπιτιού μας!

Τι συμβαίνει; Στους στίχους 14, 15 «που ψάχνουν απεγνωσμένα να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο»:

Απεγνωσμένα δηλαδή με σθένος και πάθος, αλλά χωρίς πολλές ελπίδες επιτυχίας ή για τελευταία φορά, απονενοημένα, ή τέλος, που γίνεται σε στιγμή που δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες επιτυχίας.

Πώς, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε το «ψάχνουν απεγνωσμένα» και πώς να αγνοήσουμε στον 23ο στίχο το λόγο του σκεπτικιστή «έτσι πολεμάτε της μιζέριας τον ίσκιο», δηλ. όχι την ίδια τη μιζέρια; Κι ακόμη, πώς ν’ αγνοήσουμε την ευφορία της 1ης πράξης;

Πρόκειται για αμφισβήτηση; Είναι σκεπτικισμός; Είναι κριτική στάση ενός ρεαλιστικού λόγου απέναντι στην ελαφρότητα της παρέας; Πρόκειται για αμφισημία;

Ό,τι και να ’ναι η ποιήτρια έχει κάθε δικαίωμα να κρύβει καλά το μυστικό της.

Μια χούφτα ζωή

Μια χούφτα ζωή έξω απ' το παράθυρο.

Την αρπάζω και την καρφώνω με την άκρη των ματιών

πάνω στην ψηλή κορφή των κυπαρισσιών,

στα γυμνά κλαριά της μυγδαλιάς,

στα βαθυπράσινα φύλλα της ελιάς, της ελιάς μου!

Ύστερα την τυλίγω στο κιτρινοπράσινο σεντόνι της λεμονιάς,

και τη φυλάω προσεκτικά στο ερμάρι της μνήμης.

Ίσως τη χρειάζομαι σε ξένα χώματα!

Ίσως είναι η ασπίδα μου κατά των πάσης φύσεως βαρβάρων

εν Αθήναις!

Μια χούφτα ζωή

Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τη ζωή έξω, στην ομορφιά της υπαίθρου, στην ομορφιά της φύσης, και τη βρίσκει στα ψηλόκορμα κυπαρίσσια, στα γυμνά κλαριά της αμυγδαλιάς, στα βαθυπράσινα φύλλα της ελιάς»,

«στο κιτρινοπράσινο σεντόνι της λεμονιάς»

Εικόνες εφάμιλλες ενός σπουδαίου πίνακα ή καλύτερα γνήσιες εικόνες της φύσης.

Μια χούφτα ζωή έξω απ’ το παράθυρο.

Την αρπάζω και την καρφώνω με την άκρη των ματιών ………

Ύστερα την τυλίγω και την φυλάω στο ερμάρι της μνήμης.

Με δυο ρήματα αρπάζω, καρφώνω με έντονη τη σημασία της ενέργειας και της αποφασιστικότητας.

Και με άλλα δυο τυλίγω, φυλάω, που κρύβουν τη στοργή και την αγάπη ανθρώπου με ευγένεια και ήθος, παίρνει η ποιήτρια μαζί της την ανάμνηση του κόσμου της φύσης, της ίδιας της ζωής, «Ίσως τη χρειάζομαι σε ξένα χώματα»

Ποια είναι η σχέση μας με τη φύση;

Σ’ αυτό το πανάρχαιο ερώτημα απαντά το ποίημα:

Ο Αντιφών θεωρούσε τη φύση ανώτερη από το νόμο, αφού οι επιταγές της, έστω ως βιολογικές λειτουργίες και δραστηριότητες, είναι αναγκαίες.

Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στον «Αιμίλιο ή Περί παίδων αγωγής» πίστευε ότι θα έπρεπε οι νέοι να ανατρέφονται στη φύση και σύμφωνα με τους αέναους νόμους της Φύσης

Ο Γιώργος Γραμματικάκης στο βιβλίο του «Η κόμη της Βερενίκης» ταυτίζει την ύπαρξή μας με το πρώτο υπέρπυκνο σημείο  της κοσμικής σφαίρας. «Ήμασταν όλοι εκεί στην αρχέγονη αστρική σκόνη, λίγο πριν γίνει η μεγάλη έκρηξη..»

Η ποιήτρια στις κόκκινες καμέλιες «αποζητάει με το βλέμματ’ αυθεντικό, τ’ αληθινό, το όμορφο». Στο παρόν ποίημα μας καλεί να κλείσουμε τη φύση μέσα μας, να ταυτιστούμε συναισθηματικά μαζί της…

«Ίσως είναι η ασπίδα μου κατά των πάσης φύσεως βαρβάρων

εν Αθήναις» 

Πώς γίνεται, ένα ποίημα σε πρώτο πρόσωπο να μη παραμένει προσωπικό;

Πώς γίνεται να επικοινωνεί με τους αναγνώστες;

Πώς γίνεται τα συναισθήματα της ποιήτριας να γίνονται και δικά μας;

Μόνο όταν ο δημιουργός γράφει για να επικοινωνήσει, όταν έχει την πρόθεση να μεταβιβάσει και σε μας κάτι, που πιστεύει ότι είναι και για μας σημαντικό.

Αυτό είναι το έργο του δημιουργού, του ανθρώπου που διακρίνεται για το ύφος και το ήθος.

Εμείς, με χαρά δεχόμαστε τα δώρα σας κυρία Γιαννακοπούλου και σας ευχαριστούμε πολύ

Πολυξένη Βακιρλή-Γιαννακοπούλου

Κριτική Ανάλυση Κώστας Σταύρου

 

 

Πρόλογος

(κατά την  παρουσίαση της ποιήτριας)

Η πρώτη συλλογή της κ. Πολυξένης Βακιρλή-Γιαννακοπούλου, με τον τίτλο «Φως στην άκρη της καταχνιάς», εκδόθηκε πρόσφατα, από τις εκδόσεις Bookstars.

Τα 10 πρώτα ποιήματα αποτελούν την Πρώτη ενότητα.

Αναφέρονται στις συνέπειες της κρίσης σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, όπως το πολιτικό, το ερωτικό και το επίπεδο της διαβίωσης.

Ως αντίστιξη στην καταχνιά, το σκοτάδι και τη θλίψη που γεννά η κρίση στις καρδιές των ανθρώπων, έρχεται το φως με τα οκτώ ποιήματα της Δεύτερης ενότητας. Πρόθεση κι ελπίδα είναι να λειτουργήσουν ως αισιόδοξη προοπτική.

Δεν πρόκειται για ιστορική καταγραφή της πραγματικότητας και οπωσδήποτε δεν είναι πολιτικά, με τη στενή σημασία της λέξης, ποιήματα.

Ο ποιητικός λόγος της κ. Γιαννακοπούλου λειτουργεί με συμβολιστικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία και μέσω αυτών, και επιπλέον σήμερα, με την απαγγελία από την κυρία Ελένη Γλαρέντζου θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε και να παρουσιάσομε τα 11 από τα ποιήματα· έξι από το πρώτο μέρος και πέντε από το δεύτερο.

Πεύκη, 4 Μαρτίου 2015

Κωνσταντίνος Σταύρου

 Βιογραφικό

της Πολυξένης Βακιρλή-Γιανακοπούλου

Η Πολυξένη (Πόλα) Βακιρλή-Γιανακοπούλου γεννήθηκε στο Σύδνεϋ, αλλά κατάγεται από την Ακράτα της Αχαας, όπου και μεγάλωσε.

Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Αθήνας φιλολογία, στη φιλοσοφική σχολή.

Δίδαξε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Τα τελευταία είκοσι χρόνια υπηρέτησε στο 2ο Λύκειο Πεύκης, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Έχει έντονη παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου διαμονής της.

Υπήρξε μέλος του ΔΣ του ΠΕΑΠ Πεύκης κατά τα έτη 2013 -14.

Είμαι μέλος του συλλόγου ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ και μέλος του συλλόγου Γυναικών Λυκόβρυσης –Πεύκης, του οποίου υπήρξε για ένα εξάμηνο γραμματέας.

Γράφω δοκίμια, άρθρα και ποίηση.

Δημοσιεύει τα ποιήματά της σε λογοτεχνικούς ιστότοπους και περιοδικά όπως το βιβλίο net, anemos magazine, Κελαινώ, Αίτιον, Φρέαρ.

Έχει τιμηθεί με το δεύτερο βραβείο του περιοδικού Κελαινώ το 2014 για το ποίημά “Ζωή όπως θάλασσα“

Συμμετέχει στο κίνημα "100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή" όπου και διακρίθηκε για το ποίημα “Τα δικά μας μάρμαρα".

Το 2015 απέσπασε το τρίτο βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς αγώνες ποίησης με το ποίημα “ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ”.

Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο “Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΙΧΟΣ” της Παναγιώτας Ζαλώνη, εκδ. Αγγελάκη, καθώς και στη β' ομαδική ποιητική συλλογή των εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ 2015.

Είναι μέλος του λογοτεχνικού κινήματος ΑΙΤΙΟΝ, όπου και συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις του.

Μέλος του μουσικοποιητικού καφενείου με επικεφαλής τη Μαίρη Γραμματικάκη, όπου και έχει πάρει μέρος σε εκδηλώσεις με απαγγελία ποιημάτων της.

Συμμετείχε στην έκδοση του "Καλλιτεχνικού ημερολογίου 2015" του ιστότοπου "το βιβλίο νετ" με το ποίημα "Το όργωμα".

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές:

Φως στην άκρη της καταχνιάς, εκδ. Bookstars, 2014 και

Μικρό αλώνι, εκδ. Γαβριηλίδης 2015.

Ταυτόχρονα ετοιμάζει και την τρίτη συλλογή ποιημάτων της.

Είναι παντρεμένη με τον Γιάννη Βακιρλή και έχει δυο γιους.

 

 

 

 

Μέρος 1ο: Η καταχνιά

Τοπίο προς αποσύνθεση

Νεκρές χελώνες βγήκανε στους δρόμους,

τα καύκαλά τους μισολειωμένα!

Δηλητηριώδη ερπετά σέρνονται στις άδειες πλατείες!

Τεράστια φύκια κατάμαυρα, ψόφια, κοσμούν τις ακρογιαλιές!

Δίπλα τους υπερμεγέθη ψάρια χάσκουν με το στόμα τους ανοιχτό

να καταπιούν την άβυσσο!

Πουλιά τεράστια αποδημητικά έτοιμα προς αναχώρηση

για άλλες χώρες γελαστές, ελπιδοφόρες!

Ένας ουρανός κατάμαυρος ξερνάει σύννεφα και βροχή

ασταμάτητα!

Κι οι άνθρωποι φευγάτοι!

Άδειασαν τα καθίσματα στην πλατεία,

σκοτάδι! Έπεσ' η νύχτα ζοφερή, ανελέητη!

Τότε βγήκαν οι μάσκες του κακού,

κάλυψαν τα πρόσωπα και διέταξαν τους μασκοφόρους «Εν δυο- εν δυο».

Μια γυναίκα με λευκό πρόσωπο έτρεξε να κρυφτεί βιαστικά....

Η τελευταία πεταλούδα της ημέρας ακολούθησε τα βήματά της....

Ρίγος απλώθηκε παντού και σιωπή, απόλυτη σιωπή

θαρρείς νεκρική!

Μόνο τα βήματα των μασκοφόρων ακούγονταν στην πλατεία!

Κι εκείνα υπόκωφα!

Τοπίο προς αποσύνθεση

Στην πρώτη και στην τρίτη στροφή, με δαντικές εικόνες της κόλασης αισθητοποιείται η διάλυση, η εξάρθρωση, η παράλυση της πολιτείας:

-νεκρές χελώνες με  μισολειωμένα καύκαλα,

-φύκια τεράστια κατάμαυρα, ψόφια κοσμούν (τι ειρωνεία!) τις ακρογιαλιές

-υπερμεγέθη ψάρια

Στη δεύτερη στροφή, που μεσολαβεί, δηλώνεται ο τόπος: οι πλατείες, σύμβολο και σε άλλα ποιήματα για το δημόσιο χώρο, σε αντιδιαστολή προς τον ιδιωτικό, την πολιτεία, τη χώρα, «τον τόπο μου»

Εδώ η εικόνα της ερήμωσης πιο φρικτή κι από το θάνατο:

Δηλητηριώδη ερπετά σέρνονται στις άδειες πλατείες

Η 4η στροφή με τα αποδημητικά πουλιάέτοιμα προς αναχώρηση παραπέμπει στη μετανάστευση των ανέργων νέων για άλλες χώρες γελαστές ελπιδοφόρες!. Ισχυρή αντίθεση που επιτείνει την αίσθηση της ερήμωσης στην πολιτεία.

Ακόμη κι ο κατάμαυρος ουρανός ξερνάει σύννεφα και βροχή ασταμάτητα

κι έτσι συμπληρώνεται στην 6η στροφή, με τρεις δυνατούς και σύντομους στίχους, η εικόνα της έρημης χώρας:

-φευγάτοι οι άνθρωποι / -άδεια τα καθίσματα στην πλατεία

-σκοτάδι –νύχτα ζοφερή  – ανελέητη!

Τότε ακριβώς, (στην 7η στροφή) όταν η νύχτα πέφτει σαν αυλαία σε σκηνικό θεάτρου, κάνει την εμφάνισή του το κακό: οι άνθρωποι του σκότους, οι διατάζοντες, οι μασκοφόροι απειλητικοί, εκείνοι που σπέρνουν το φόβο.

και τα πιο αδύναμα όντα (8η στροφή): μια γυναίκα κάτωχρη (: με λευκό πρόσωπο) από το φόβο κι η τελευταία πεταλούδα της ημέρας τρέχουν να κρυφτούν βιαστικά.

Η κορύφωση της ερήμωσης, του φόβου (ρίγος), του θανάτου (απόλυτη σιωπή, θαρρείς νεκρική) και ο ήχος, που μόλις ακούγεται (υπόκωφος) από τα απειλητικά βήματα των μασκοφόρων, ολοκληρώνουν την αποσύνθεση του τοπίου.

Κι εμείς, μέσα από τις εξελισσόμενες φρικτές εικόνες, τη νεκρική σιωπή, την απειλή, μένουμε άδειοι, σαν τις άδειες πλατείες, ανήμποροι, φοβισμένοι.

Η εκτέλεση του έρωτα

Σκοτώσανε τον έρωτα χθες βράδυ στην πλατεία.

περαστικοί αλήτες τον μαχαιρώσανε!

Πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.

Με τη δέουσα σειρά.

Σκοτώσανε τον ΄Ερωτα!

Τον αφανίσανε!

Τα χαμόγελα κι οι υποσχέσεις

πετρώσανε στα χείλη τους.

Γύρω τους περαστικοί διαβάτες

κοιτούσαν μ' απορία...

γιατί; ποιοι; πώς;

η απάντηση πλανιόταν στον αέρα...

Δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας...

όχι, δεν ήταν αυτοί!

Ήταν η φτώχεια που εκτέλεσε τον Έρωτα.

δίπλα του οι Ερωτιδείς

κείτονταν κι αυτοί κατάχαμα!

ΕΧΑΣΚΕ το στόμα τους!

Η εκτέλεση του έρωτα

Στ. 1-8.  Πέντε ρήματα (σκοτώσανε, μαχαιρώσανε, πάλι σκοτώσανε, αφανίσανε, πετρώσανε) δίνουν το ρυθμό στους οκτώ πρώτους στίχους.

Από τον 1ο ως τον 6ο στίχο όλο και μικραίνουν οι στίχοι.

Με το πρώτο (σκοτώσανε) ξεκινά ο πρώτος στίχος και κλείνει με το (μαχαιρώσανε) ο δεύτερος στίχος.

Στ. 3-4. Η αφηγηματική δραματοποίηση:

Ακολουθούν δύο στίχοι, χωρίς ρήματα, τα θύματα:

Πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.: πρώτα το αδύναμο πλάσμα…

Με τη δέουσα σειρά.

Με την αοριστία των τεσσάρων πρώτων στίχων, ο παρατηρητής εστιάζει στην αποτρόπαιη πράξη, στο έγκλημα, ως συμβάν αναπότρεπτο, μοιραίο.

Ακολουθούν δύο στίχοι [5-6] με τα ρήματα (σκοτώσανε – αφανίσανε) στις ίδιες ακριβώς θέσεις, στην αρχή και στο τέλος, όπως στους δύο πρώτους στίχους, και με τον ίδιο ακριβώς τονικό ρυθμό.

Σκοτώσανε τον Έρωτα! Το θύμα δηλώνεται με τη συνεκδοχή (τον Έρωτα)

Τον αφανίσανε!

Και η θλιβερή διαπίστωση [7-8]: Ο έρωτας δύο νέων ανθρώπων έμεινε ακόμη ως χαμόγελο και υπόσχεση στα πετρωμένα χείλη τους.

Το ποίημα συνεχίζεται σαν θεατρική πράξη [9-18]

Οι περαστικοί διαβάτες απορούν και αναρωτιούνται:

-γιατί, ποιοι, πώς;

-Ο χώρος του εγκλήματος: η  πλατεία (το σύμβολο της χώρας)

-Ο χρόνος: χθες βράδυ: ( το σκοτάδι  γεννά το κακό)

-Το θύμα: ο Έρωτας: (δυο νέοι, αγόρι και κορίτσι)

Κι ο δράστης; Η απορία γρήγορα αποκαλύπτεται και οι περαστικοί διαβάτες αρνούνται να δεχθούν το προβαλλόμενο ψέμα, γιατί …

[12] η απάντησηπλανιόταν στον αέρα…

[13] Δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας…

[14] όχι, δεν ήταν αυτοί!

και η αγωνία κορυφώνεται… μαζί, ο θυμός για το δράστη (η φτώχεια) και η θλίψη για τα θύματα (οι νέοι άνθρωποι):

[στ. 15] ήταν η φτώχεια  που εκτέλεσε τον Έρωτα.

Ένα ποίημα που σβήνει σιγά σιγά.

Από την τραγική εικόνα των νεκρών σωμάτων, στην πραγματική αιτία «ήταν η φτώχεια που εκτέλεσε τον Έρωτα». Και από ’κει στην απόλυτη ακινησία, με το στόμα τους να χάσκει, από την πείνα, που θερίζει στην πλατεία ό,τι πιο όμορφο υπάρχει στη χώρα.

Ίδια είναι η πορεία και των δικών μας συναισθημάτων, από την ταραχή και τη θλίψη στην αφωνία που επέβαλε η αποκάλυψη της αλήθειας:

Δεν χρειάζονται αποδείξεις: Δράστης είναι η κρίση που φέρνει το κακό.

Στο ποίημα δεν υπάρχουν κραυγαλέες εντάσεις και εξάρσεις.

Μια γραμμική αφήγηση, στο πρώτο μέρος, γεννά απορίες στους πολίτες και στοχασμούς.

Στο δεύτερο μέρος. Φράσεις σύντομες, περιεκτικές δεν παρεκκλίνουν από το καίριο νόημά τους: σκοτώσανε τον έρωτα, τον μαχαιρώσανε, τον αφανίσανε, γιατί, ποιοι, πώς;

Λέξεις που έχουν τη μοναδική τους θέση και προβάλλουν είτε το υποκείμενο-δράστη, (δεν ήταν οι περαστικοί αλήτες της πλατείας…Όχι, δεν ήταν αυτοί)

είτε τη σειρά των πράξεων: πρώτα το κορίτσι, το αγόρι μετά.

Είναι ένα ποίημα στα μέτρα του ανθρώπου.

Οδηγεί τα συναισθήματα μέχρι εκεί που μπορεί ο αναγνώστης να τ’ αντέξει σαν γροθιά στο στομάχι.

Άδειο τραπέζι

(28-12-2011)

Βάρβαροι έρχονται καθημερινά στο τραπέζι μας.

Κάθονται κοντά μας και τρώνε απρόσκλητοι!

Μας παίρνουν τη μπουκιά απ' το πιάτο μας.

Μας κλέβουν το νερό απ' το μπουκάλι.

Μας κλέβουν τη ζωή!

Το μεγάλο καρβέλι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Το κομματιάζουν ανελέητα! Χωρίς οίκτο!

Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Παίρνουν τα μικρά κομμάτια και τα σκορπάνε

στο πάτωμα. Ύστερα τα πατάνε. Έτσι όπως

τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας!

Ύστερα πιάνουν το μπουκάλι με το νερό

και το χύνουν στο πάτωμα!

Το μπουκάλι αδειάζει. Έτσι όπως αδειάζει

και η ζωή μας!

Ένα καρβέλι, ένα κομμάτι ψωμί τσαλαπατημένο.

Ένα μπουκάλι νερό χυμένο στο πάτωμα.

Ψωμί και νερό..... Ανύπαρκτα πια!

Ψωμί και νερό που μας τα πήραν πάνω απ' το τραπέζι!

Γιατί ?

Άδειο τραπέζι

Στην 1η στροφή του ποιήματος η 1η σκηνή του έργου:

Με απόλυτη επίγνωση για τους απρόσκλητους επισκέπτες:

«βάρβαροι»: είτε με την αρχική σημασία της ονοματοποιημένης λέξης, είτε με τις σημασίες του εχθρού ή του άξεστου ή του βάναυσου, που προκύπτουν από τη συμπεριφορά τους, ιδιαίτερα, στη δεύτερη στροφή.

Η ποιήτρια «πατά γερά» πάνω σε στίχους στους οποίους κλιμακώνεται σταδιακά η απαίσια συμπεριφορά των απρόσκλητων εισβολέων στη ζωή μας.

Με ψυχραιμία και νηφαλιότητα γι αυτά που μας συμβαίνουν, περιγράφονται τα «γιγνόμενα» με πέντε ρήματα σε παροντικό χρόνο. Οι αποτρόπαιες πράξεις των βαρβάρων κορυφώνονται με τις επαναλήψεις στους τελευταίους στίχους.  

Βάρβαροι έρχονται…στο τραπέζι μας

Κάθονται … και τρώνε απρόσκλητοι!

Μας παίρνουν την μπουκιά…

Μας κλέβουν το νερό…

Μας κλέβουν τη ζωή

Ο ρυθμός στη 2η στροφή μεταβάλλεται, γίνεται αργός. Ο αφηγητής, πάντα ψύχραιμος, εστιάζει στις ενέργειες – πάντα σε παροντικό χρόνο – γιατί έτσι μπορεί και στοχάζεται.

Οι στοχασμοί του οργανώνονται στη 2η στροφή, σχεδόν, με απόλυτη συμμετρία: 3+3+4 στίχοι

Το μεγάλο καρβέλι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Το κομματιάζουν ανελέητα! Χωρίς οίκτο!

Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Ο πρώτος στίχος χωρίς ρήμα, εστιάζει στο ψωμί.

Ο δεύτερος, στη βαναυσότητα και ανοικτίρμονα συμπεριφορά των βαρβάρων.

Ο τρίτος, με την αλληγορική ερμηνεία, στο πραγματικό νόημα και στο κίνητρο της πράξης. Έτσι όπως κομματιάζουν τη ζωή μας!

Παίρνουν τα μικρά κομμάτια και τα σκορπάνε

στο πάτωμα. Ύστερα τα πατάνε. Έτσι όπως

τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας!

Η ύλη, ίδια: το ψωμί. Χωρίς να ονομάζεται. Εδώ εστιάζει στις πράξεις με δύο ρήματα: σκορπάνε, πατάνε.

Ακολουθεί στον 3ο στίχο το πραγματικό νόημα της παραβολής:

Έτσι όπως τσαλαπατάνε την ίδια τη ζωή μας

Δεν απαιτείται, νομίζω, ιδιαίτερη προσοχή για να δούμε τις εικόνες των στίχων ή για ν’ ακούσουμε τον ήχο των τριών ομοιοτέλευτων ρημάτων: σκορπάνε,πατάνε, τσαλαπατάνε, με άλλα λόγια για να βρεθούμε στο ίδιο κλίμα με το ποιητικό υποκείμενο. 

Ύστερα πιάνουν το μπουκάλι με το νερό

Και το χύνουν στο πάτωμα!

Το μπουκάλι αδειάζει.

Έτσι όπως αδειάζει και η ζωή μας!

Στο τελευταίο τετράστιχο της στροφής, ίδιες αργές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις αποκαλύπτουν αφενός την πρόθεση των βαρβάρων, αφετέρου επιτείνουν το δικό μας μαρτύριο. Έτσι όπως αδειάζει το μπουκάλι και χάνεται αργά αργά το νερό στο πάτωμα, έτσι αδειάζει και η ζωή μας!

Στην 3η στροφή, ο αναστοχασμός:

Λέξεις απλές, καθημερινές, στοιχειώδεις: Ψωμί, νερό: τα ελάχιστα υλικά της ζωής, τα μέγιστα και ανεκτίμητα για την επιβίωση.

μας τα πήραν πάνω απ’ το τραπέζι! 

Γιατί;

Ένα ποίημα, μια απορία.

Ένα ερωτηματικό γιατί που δεν έχουμε ακόμη απαντήσει.

Ίσως να μην απαντήσουμε ποτέ.

Ίσως να μη χρειάζεται απάντηση.

Πάντως, το νιώσαμε αυτό “το γιατί,” ταξιδεύοντας με το ποίημα.

Μέρες μοναξιάς

Πώς μας κυκλώνει η μοναξιά με κύκλους δίχως τέλος!

Δάχτυλα που τρέχουν

τρέχουν με ταχύτητα στο πληκτρολόγιο

του υπολογιστή μου....

Τρέχουν να συναντήσουν άλλα δάχτυλα,

απ' την απέναντι μεριά

που απεγνωσμένα μου στέλνουν φακελωμένη

τη μοναξιά του άλλου σ' ένα sms ή ένα mail

ή ακόμη καλλίτερα ένα like!

Μάτια που δακρυσμένα κολλάνε

μπροστά στην οθόνη για να δουν

ένα αγαπημένο πρόσωπο

μεσ' απ' τον εικονικό κόσμο του Skype!

Κι έτσι η λαχτάρα γίνεται συνάντηση

περιορισμένη στον τόπο και το χρόνο.

Κι η προσμονή σκοντάφτει πάνω στο κρύο κρύσταλλο

της οθόνης του υπολογιστή μου για μια συνάντηση κάλπικη.

Απλώνω τα χέρια ν' αγγίξω τ' αγαπημένο πρόσωπο

και σταματάω εκεί στο γυαλί!

Ανατριχίλα!

Κοιτάζω γύρω μου. Δεν υπάρχει κανείς.

Σκορπίσαν όλοι! Στο φευγιό τους

μ' αφήσανε μόνη μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου!

Ο ήχος των πλήκτρων ρυθμικός, μονότονος

ίδια η ψυχή μου!

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!

Μέρες μοναξιάς

Ατέλειωτοι, επάλληλοι κύκλοι, η μοναξιά, πώς να δραπετεύσεις!

Με μια ανάσα διαβάζεται το ποίημα, στο ρυθμό του «τρέχουν… τρέχουν, τρέχουν» της 2ης στροφής.

Με την ταχύτητα των εντολών στον υπολογιστή.

Απόπειρα απεγνωσμένη, μάταιη δραπέτευση από τη μοναξιά…

Η συνάντηση είναι η μοναξιά ενός άλλου, φακελωμένη, πάει να πει φυλακισμένη, σ’ ένα sms, σ’ ένα mail, ή ένα like

Μια αντωνυμία προσωπική σε γενική στον 3ο στίχο «του υπολογιστή μου», κι άλλη μια στον 6ο«μου στέλνουν» στη θέση του αντικειμένου, είναι πολύ φτωχές για να κάνουν αισθητή την ανθρώπινη παρουσία, όταν μάλιστα η δεύτερη χάνεται μέσα στην ανωνυμία «στέλνουν» του τρίτου πληθυντικού προσώπου.

Τι αναζητά το ποιητικό υποκείμενο με μάτια δακρυσμένα;

Ένα αγαπημένο πρόσωπο!

Μέσ’ από τον εικονικό κόσμο του Skype.

Το συναντά ως εικονική παρουσία, άϋλη, άτοπη, άχρονη.

Η συνάντηση, αλίμονο, είναι κάλπικη.

Μια μόνο λέξη στο κλείσιμο της 2ης στροφής, ένα μόνο αίσθημα, του τρόμου: Ανατριχίλα!

4η στροφή. Προσγείωση στην πραγματικότητα: οι άνθρωποι φευγάτοι, «σκορπίσαν όλοι»

Μήπως ο άνθρωπος, ο πραγματικός, είναι μόνος μπροστά στον υπολογιστή;

Ακούστε τον ήχο στους στίχους που ακολουθούν. Εκεί βρίσκεται η απάντηση:

«Ο ήχος των πλήκτρων ρυθμικός, μονότονος

ίδια η ψυχή μου!

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!»

Με κεφαλαίο το γράμμα Α.

Σε τούτο το ποίημα η εξέλιξη είναι φθίνουσα:

Ο γοργός ρυθμός της 2ης στροφής, αντίστοιχος της απεγνωσμένης αναζήτησης, σβήνει σιγά σιγά, καθώς στην 3η στροφή διαψεύδονται οι προσδοκίες από μια συνάντηση κάλπικη.

Και στην τελευταία στροφή ο αργόσυρτος ρυθμός των τελευταίων στίχων πάει να συναντήσει, σαν σε σχήμα κύκλου, το ρυθμό του πρώτου στίχου στο ποίημα:

Πώς μας κυκλώνει η μοναξιά με κύκλους δίχως τέλος!  [στ.1]

……………………………………………………………

και ο τελευταίος…

Για να μου θυμίζει ότι ευτυχώς απέναντι

υπάρχει πάντα ο Άλλος!  

Παράκληση στον ήλιο

(Μάρτης του 2013)

Τί έχουν τα λουλούδια σου ήλιε κι είναι θλιμμένα;

Τα παιδιά σου πού τα παράτησες ορφανά καταμεσής του δρόμου;

Τα παιδιά σου πού τα στέλνεις να δουλέψουν στις πόρτες της Ευρώπης;

Ήλιε της Ελλάδας, λαμπερέ, με τη δική σου ιστορία,

μια ιστορία τρομαχτική τόσων αιώνων... Πού τα κουβάλησε το άρμα του Φαέθοντα στις χώρες της Εσπερίας;

Κι οι γυναίκες σου, απόγονοι τόσων σπουδαίων γυναικών...

Οι μανάδες με το ζεστό χαμόγελο και τ' απλωμένα χέρια,

χέρια όλο αγκαλιά και λαχτάρα για τους γιους και τις κόρες

που αποχωρίστηκαν, μένουν εδώ κολλημένες στη γη

που βλέπεις από ψηλά!

Ήλιε, μη μένεις αδιάφορος θεατής των πάντων!

Ζέστανε με τις ακτίνες σου τις καρδιές τους,

ζωντάνεψε το χαμόγελο που έχει πετρώσει στα χείλη τους!

Δώσε στο βλέμμα τους προοπτική κι ελπίδα!

Φέρε πίσω τους γιους και τις κόρες στη γενέθλια γη τους!

Αυτή που τους ανάθρεψε, που τους έκανε άντρες και γυναίκες.

όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί τους ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ!!!

Παράκληση στον ήλιο

[Ενότητα 1η . Στίχοι 1-8.]

Με τέσσερις απορηματικές ερωτήσεις προς τον ήλιο, τον οικείο, της Ελλάδας τον ήλιο, αναζητείται απάντηση για τα ξενιτεμένα παιδιά-λουλούδια της κρίσης, για τα παρατημένα, ορφανά παιδιά καταμεσής του δρόμου.

Κι ακόμη, ένα δίκαιο παράπονο, συνάμα και υπόμνηση της ευθύνης του Ήλιου γιατί είναι όλα τα παιδιά, παιδιά σου.«…Πού τα κουβάλησε το

άρμα του Φαέθοντα στις χώρες της Εσπερίας;»

Στη 2η ενότητα [Στίχοι 9-13] Εικόνες γυναικών και μανάδων «με το ζεστό χαμόγελο και τ’ απλωμένα χέρια»

Είναι κι αυτές δικές σου υπάρξεις. Απόγονοι σπουδαίων γυναικών, που λαχταρούν να κλείσουν στην αγκαλιά γιους και κόρες που αποχωρίστηκαν.

Τέλος στην τρίτη ενότητα [13-20] η παράκληση προς τον ήλιο, με τέσσερα προτρεπτικά ρήματα στην αρχή κάθε στίχου.

Ζέστανε με τις ακτίνες σου τις καρδιές τους,

ζωντάνεψε το χαμόγελο που έχει πετρώσει στα χείλη τους!

Δώσε στο βλέμμα τους προοπτική κι ελπίδα!

Φέρε πίσω τους γιους και τις κόρες στη γενέθλια γη τους!

Δεν είναι μια ταπεινή προσευχή ενός φοβισμένου ή δυστυχισμένου.

Δεν είναι έκκληση στους ισχυρούς. Δεν είναι εγωιστικό αίτημα. Δεν προκαλεί τον οίκτο. Είναι μια παράκληση γεμάτη με ευγενικά συναισθήματα που προκαλούν οι εικόνες σε κάθε στίχο. Η πατρίδα τους χρειάζεται!

Αλτρουϊσμός! Μέριμνα για την πατρίδα! 

Τι κρίμα

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ! Να μιλάς με τ' αστέρια κάθε πρωί, να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να κοιμηθείς!

Τι κρίμα να σ' αναγκάζουν οι αισθήσεις σου να κάνεις πράγματα

που δεν τα θέλεις!

όπως για παράδειγμα να βλέπεις ματωμένα κορμιά στους δρόμους ή στην καλλίτερη περίπτωση παιδιά να ζητιανεύουν το ψωμί τους ή ακόμα μανάδες να τα κρατάνε στα χέρια τους νεκρά!

Να γεύεσαι κι εσύ έτσι το παράλογο του κόσμου μας, του κόσμου μας

που δε λέει να σωπάσει!          

Τι κρίμα! Τι κρίμα!

Τι κρίμα

Σύντομες εικόνες, αντιθετικές υποβάλλουν το άδικο, το λάθος, το παράλογο του κόσμου. Ο κόσμος ανάποδα, αντίστροφα προς την κανονική, τη λογική,  ροή των πραγμάτων. Με υπερρεαλιστικά στοιχεία, ακόμη και στη σύνθεση των στίχων, το ποίημα αξιοποιεί στο έπακρο το παράλογο του κόσμου.

Ας δούμε πού τελειώνουν οι στίχοι της 1ης ενότητας:

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ! Να μιλάς με τ’ αστέρια κάθε

πρωί, να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να

κοιμηθείς!

Τι συμβαίνει αν τους αλλάξουμε ελάχιστα; Αν τους φέρουμε δηλαδή σε κάποια συντακτική κανονικότητα, όπως…;

Να γελάς στον άνεμο κάθε βράδυ!

Να μιλάς με τ’ αστέρια κάθε πρωί,

να χαϊδεύεις τις ακτίνες του ήλιου καθώς πέφτεις να κοιμηθείς!

Τι καταφέραμε;

Αφαιρέσαμε ένα επιπλέον υπερρεαλιστικό στοιχείο του ποιήματος. Φέραμε το ποίημα σε κανονικότερο, ρεαλιστικότερο κόσμο. Αυτό ακριβώς που δεν ταιριάζει στην τεχνική του ποιήματος, ούτε, βέβαια, στο ύφος με το οποίο πασχίζει να ντύσει τους στίχους η δημιουργός του.

Κι εμείς, χάσαμε την έμφαση που εξασφαλίζεται με τον παράταιρο, τον άλογο ρυθμό των στίχων της πρώτης εκδοχής.

Οι βίαια, λοιπόν, συγκοπτόμενοι δύο πρώτοι στίχοι στο τέλος τους (κάθε, να) και ο ανακόλουθος συντακτικά τρίτος (κοιμηθείς), λειτουργούν αναλογικά προς το παράλογο του περιεχομένου τους.

Πιο απλά: Οι κατακερματισμένοι-παράλογοι στίχοι βρίσκονται σε συμφωνία με το παράλογο περιεχόμενό τους.

Ο τίτλος, «Τι κρίμα» ανοίγει και τη 2η ενότητα. [στίχοι 4-9].

Μόνο που μετακινείται κάπως η σημασία του, από το εκτός λογικής, στο εκτός αρετής: από το παράλογο στο άδικο.

Οι ανυπόφορες εικόνες των παιδιών που ζητιανεύουν ή των νεκρών παιδιών στα χέρια των μανάδων τους γεννούν θλίψη και στενοχώρια.

Τέλος, ο τίτλος μετακινείται επαναλαμβανόμενος και δημιουργεί κυκλικό σχήμα, στο τέλος του ποιήματος.

Το παράλογο του κόσμου μας είναι πλέον το ότι δεν έχει τέλος το παράλογο του κόσμου μας. (Ας το ξανακούσουμε)

Μια λεπτομέρεια, που δεν είναι λεπτομέρεια, τη συναντάμε και σε άλλα ποιήματα:

Ας θυμηθούμε τα ρήματα: να γελάς, να μιλάς, να χαϊδεύεις, καθώς πέφτεις να κοιμηθείς, να σ’ αναγκάζουν … να κάνεις πράγματα που δεν τα θέλεις, να βλέπεις, να γεύεσαι και εσύ.

Εσύ αναγνώστη γίνεσαι το υποκείμενο!

Μήπως υποκρύπτεται κάποιο παράπονο, μήπως υπονοείται κάποια μομφή για την αδράνειά σου, για την απραξία σου;

Είναι και κάτι περισσότερο: Είναι η γέφυρα που μας οδηγεί στο επόμενο 10ο ποίημα, Το σκηνικό των ημερών, που θα ακούσουμε σήμερα το τέλος του μόνο:

Κι εσύ παρακολουθείς το θέαμα, από τον καναπέ σου,

ασφαλής, βολεμένος στους τέσσερις τοίχους του σαλονιού σου. 

Τι κρίμα! Ένας δυστυχής θεατής ενός τόσο σημαντικού έργου!

Μέρος 2ο: Το φως

Απρόσεκτος, ομολογώ, ή και συνεπαρμένος από την «Κόκκινη καμέλια» που ακολουθεί, δεν είχα προσέξει στην πρώτη ανάγνωση την αντιστροφή στον τίτλο της συλλογής. Ενώ προτάσσονται τα 10 ποιήματα του κακού, της απαισιοδοξίας και ακολουθούν τα 8 της αισιοδοξίας, ο τίτλος της συλλογής διατυπώνεται με αντίστροφη φορά: Φως στην άκρη της καταχνιάς.

Την παράλειψη μού αποκάλυψε η ποιήτρια.

Προτάσσοντας, λοιπόν, το φως ανοίγει νωρίς, νωρίς ένα παράθυρο αισιοδοξίας.

Κόκκινη καμέλια

Κόκκινες καμέλιες στη γλάστρα στο μπροστινό μπαλκόνι!

Δεν χορταίνω να τις βλέπω!

Διψάει το βλέμμα την αλήθεια!

Τούτους τους δύσκολους καιρούς τους θολωμένους,

που όλα μοιάζουν μπερδεμένα μεσ' στη σκέψη και την καρδιά

το βλέμμα αποζητάει τ' αυθεντικό, τ' αληθινό, το όμορφο!

Να πάρει ο άνεμος το άλικο χρώμα τους

κι η ελπίδα να το κάμει ντύμα της!

Στο αχνό φως του δειλινού

κρατώ μια κόκκινη καμέλια στο χέρι,

κάνω μια ευχή «Ας έρθουν και στον τόπο μου

ξάστερες μέρες».

Κόκκινη καμέλια

Μετά, την αποσύνθεση, την καταχνιά, την ερήμωση της πλατείας-πολιτείας, μετά το παράλογο και τ’ άδικο που δε λέει να σωπάσει, που δε λέει να τελειώσει…

Με τη σκέψη και την καρδιά, με το Λόγο και την ψυχή, και με οδηγό τις αισθήσεις  η δημιουργός …με το βλέμμα της

αποζητάει τ’ αυθεντικό, τ’ αληθινό, το όμορφο! (στον 6ο στίχο)

Το βρίσκει στις καμέλιες, στο κόκκινο χρώμα τους, στην ελπίδα που ξανανθίζει κι απλώνεται σ’ όλη τη χώρα, [στους στίχους 7 και 8]

Να πάρει ο άνεμος το άλικο χρώμα της!

Κι η ελπίδα να το κάμει ντύμα της!

Όμως, όλα είναι ακόμη θολά και μπερδεμένα.

Τούτους τους δύσκολους καιρούς τους θολωμένους,

που όλα μοιάζουν μπερδεμένα μεσ’ στη σκέψη και την καρδιά… [Στίχοι 4 και 5]

Γι’ αυτό, το ποιητικό υποκείμενο με την πορφυρή καμέλια στο χέρι και με την ελπίδα στην καρδιά κάνει μια ευχή:

«Ας έρθουν και στον τόπο μου

ξάστερες μέρες»  (Οι δύο τελευταίοι στίχοι)

Ξάστερες: λαμπερές, φωτεινές, διαυγείς, όχι θολές μέρες

Το αληθινό ταυτίζεται με το αυθεντικό, με το όμορφο, με την ελπίδα.

Με αυτές τις έννοιες διαπλέκεται η κόκκινη καμέλια.

Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο μιας μεγάλης αλήθειας:

Πάμε μπροστά με το συναίσθημα και όπου χρειάζεται επιστρατεύουμε τη λογική για να διορθώσουμε τα λάθη μας.

***

Πάει πια η καταχνιά, πάνε οι μπερδεμένες σκέψεις κι οι θολωμένοι καιροί. Έχει μεσολαβήσει άλλωστε η αναγέννηση της φύσης και η αναγέννηση του Έρωτα στο ποίημα «Του Μαγιού ο έρωτας», που μόλις προσπεράσαμε

Διαβάζω δύο από τις οκτώ στροφές:

Την Άνοιξη καρτέραγες

και το καλοκαιράκι

ν’ ανοίξεις τα φτεράκια σου

αλάληγο πουλάκι

Και στου Μαγιού το γύρισμα

και στ’ αγεριού την αύρα

εγεύτηκες τον έρωτα

κι είν’ η καρδιά σου λαύρα

13. Όλη η μέρα

Όλη η μέρα είναι δική μου, ν' αγαπήσω τον κόσμο,

να μοιράσω το φως στους ανθρώπους,

τη χαρά στα παιδιά, λευκά, μαύρα ή κίτρινα,

τη γαλήνη στις μικρές ψυχές τους!

Όλη η μέρα είναι δική σου.

Να στείλεις ένα χαμόγελο στον ήλιο,

ν' αδράξεις τη χαρά απ' το μπαλκόνι του γείτονα

ή τη λύπη απ' το υπόγειο δυάρι του ηλικιωμένου ζευγαριού

και να την κάμεις κτήμα σου, τείχος

στο ανελέητο σφυροκόπημα του εχθρού

που σε καταδιώκει!

Όλη η μέρα είναι όλων μας,

είναι ένα πανηγύρι το πρώτο φως της μέρας,

το παιχνίδισμα των ακτίνων του ήλιου

πίσω απ' τις κουρτίνες του σαλονιού,

το τρυφερό άγγιγμα του χεριού της αγαπημένης

ή του αγαπημένου ή το νοερό άγγιγμα

της ψυχής αυτών που αγαπήσαμε!

Είναι ένα πανηγύρι ο ιδρωμένος μόχθος της μέρας,

μια δοξολογία ατέρμονη στη μυστηριακή ύπαρξη

του είναι μας, ένα φιλί στο αθώο μάγουλο του παιδιού

που κοιμάται ξέγνοιαστο στο φως του αποσπερίτη!

Όλη η μέρα

Τώρα έφτασε η μέρα μας, μέσα από την αναβάθμιση του πρώτου στίχου στις τρεις πρώτες στροφές:

Όλη η μέρα είναι δική μου…, Όλη η μέρα είναι δική σου… Όλη η μέρα είναι όλων μας…

Τώρα είμαστε στο «εμείς» ή καλύτερα στο «όλοι μας»

Είναι η μέρα που μοιράζομαι με τους άλλους ευγενή συναισθήματα: αγάπη με όλο τον κόσμο, φως-ελπίδα, χαρά και γαλήνη με τα λευκά, μαύρα ή κίτρινα παιδιά. [1η στροφή]

Είναι η μέρα για «Να στείλεις ένα χαμόγελο στον ήλιο»

Να μοιραστείς τη χαρά του γείτονα ή τη λύπη του ηλικιωμένου ζευγαριού

Και να την κάνεις δική σου (κτήμα σου) και ασπίδα σου (τείχος)

στο ανελέητο σφυροκόπημα του εχθρού

που σε καταδιώκει.

Τώρα έχεις αναγνωρίσει τον «εχθρό» σου και είσαι αποφασισμένος ν’ αντισταθείς, έχεις αφήσει πίσω εκείνον τον δυστυχή, ασφαλή και βολεμένο με τον καναπέ του σαλονιού του. (στίχοι από «Το σκηνικό των ημερών» ποίημα  που επίσης προσπεράσαμε)

Όλη η μέρα είναι όλων μας. [3η στροφή]

-Είναι το πανηγύρι του ήλιου  μέσα στο σπίτι μας

-Τα αγαπημένα πρόσωπα έρχονται  πιο κοντά

-Η σκέψη μας καλεί τους  απόντες που αγαπήσαμε και  νιώθει, έστω νοερά, την παρουσία  τους.

Ο μόχθος του εργαζόμενου έγινε πια πανηγύρι, ύμνος της ύπαρξής μας και σαν βραδιάσει γίνεται

ένα φιλί στο αθώο μάγουλο του παιδιού

που κοιμάται ξέγνοιαστο στο φως του αποσπερίτη! [4η στροφή] 

Ξαναγίναμε, λοιπόν, κανονικοί άνθρωποι!

Ο αργός ρυθμός, το πλήθος των εικόνων και των πρωταγωνιστών, τα ευγενή συναισθήματα εντείνουν την αίσθηση της ευφορίας, σαν να μη θέλουμε να τελειώσει το θαύμα.

Θαύμα

Γυναίκες γυμνές τρέχανε στους δρόμους!

Ήτανε δυο θεές που κατέβηκαν στη γη!

Τα μαλλιά τους, βόστρυχοι ξανθοί, πέφτανε στους ώμους

φωτιές στα μάτια, χέρια που κρώζανε στον άνεμο!

Παιδιά ζητούσαν τις μανάδες τους ακατάπαυστα!

Άπλωναν τα χέρια, τις αγκάλιαζαν!

Χάνονταν μες στο πλήθος, ανακατεύονταν με τους περαστικούς.

Οργισμένα βλέμματα, νοήματα βουβά...

Ένα σμήνος πουλιών διάβαινε στην αντίπερα όχθη!

Τα χαιρετούσε, δοξάζοντας έτσι το πέταγμα ψηλά, στο άπειρο!

Κει που δε φτάνει κανένα ανθρώπου χέρι,

μήτε σφαίρα για να τα σκοτώσει!

Τα παιδιά κοιτούσαν σαστισμένα! Οι φτέρνες τους

ξεκολλούσαν που και που απ' τη γη! Η βουή του πλήθους

τώρα ανακατευόταν με το τιτίβισμα των πουλιών!

Γινόταν ένα! Ένα μίγμα περίεργο, ακατανόητο!

Τα παιδιά μίλησαν τη γλώσσα των πουλιών!

Τώρα οι φτέρνες τους ξεκόλλησαν απ' τη γη!

Πέταξαν κι εκείνα! Οι μανάδες κοίταζαν έκπληκτες!

Πάει, σώθηκαν! Είπαν όλες με μια φωνή!

Ύστερα ο ήλιος έδειχνε τις σκιές τους

καταμεσής του δρόμου!

Θαύμα

Όλα τα ρήματα σε χρόνο παρελθοντικό (τρέχανε, ήτανε, κατέβηκαν, πέφτανε, κρώζανε…). Όπως χρησιμοποιούμε τη λέξη θαύμα με αυτό το νόημα: ήταν θαύμα ή έγινε θαύμα.

1η σκηνή [1η και 2η στροφές]

Δυο γυναίκες γυμνές - θεές, έτρεχαν, φοβερά αλλόκοτα όντα, οργισμένες χειρονομούσαν  «χέρια που κρώζανε», εικόνα και ήχοι μαζί, μια σύνθεση αλλόκοτη,  ακατάληπτη σε κατάσταση έξαρσης.

«Παιδιά ζητούσαν τις μανάδες τους» «ακατάπαυστα, χάνονταν μες στο πλήθος, ανακατεύονταν με τους περαστικούς»

Αναζητούσαν προστασία στη ζεστή αγκαλιά των μανάδων.

Πανδαιμόνιο: Οργισμένοι άνθρωποι τα κυνηγούσαν, ο φόβος τα απειλούσε.

2η σκηνή [3η στροφή] 

Πουλιά διάβαιναν στην αντίπερα όχθη, εκεί που οι κακοί δεν μπορούσαν να τα απειλήσουν και χαιρετούσαν τα παιδιά και τους έδειχναν το δρόμο της διαφυγής, το δρόμο της σωτηρίας .

3η σκηνή  [4η, 5η και 6η στροφές]  

«Τα παιδιά κοιτούσαν σαστισμένα» Έμαθαν ποια ήταν η σωτηρία τους και δοκίμαζαν «που και που» να σπάσουν τα δεσμά τους να ξεκολλήσουν απ’ τη γη. Η ένταση στην κορύφωση της, η αγωνία επίσης: ένα ανακάτεμα τα τιτιβίσματα των πουλιών και η βουή του πλήθους. Ήχοι ακατανόητοι.

Τότε ακριβώς έγινε το θαύμα:

«Τα παιδιά μίλησαν τη γλώσσα των πουλιών»

«τώρα οι φτέρνες τους ξεκόλλησαν απ’ τη γη!

Πέταξαν κι εκείνα! Οι μανάδες κοίταζαν έκπληκτες!

Πάει σώθηκαν! Είπαν όλες με μια φωνή!

Ελεύθερα τα παιδιά, επιτέλους ελεύθερα. Απαλλαγμένα από το φόβο και τη μιζέρια.

Ο ήλιος φώτιζε για πάντα το δρόμο τους. Ποτέ πια καταχνιά και σκότος.

Κέρδισαν τη ζωή τους με τη δική τους προσπάθεια.

Ο ήλιος έδειχνε τις σκιές τους στο δρόμο.

Οι μανάδες κράτησαν την ανάμνησή τους.

Κάθε στροφή και μια ολοζώντανη εικόνα στα όρια του υπερρεαλιστικού, όπως  στα όρια του ακατόρθωτου, όπως ακριβώς ένα θαύμα, ένα υπερφυσικό φαινόμενο, που δεν εξηγείται με τη λογική, με τη φυσική τάξη.

Ένα θαύμα στο χώρο της ελπίδας, ένα όνειρο στα όρια της πραγματικότητας.

Η σωτηρία των παιδιών της χώρας, είναι, τουλάχιστον, μια ανακούφιση.

Της παρέας

Ένα ολάνθιστο μπουκέτο στο σαλόνι!

Απ' το πουθενά.

Ξεφύτρωσε ανάμεσα στις χαραμάδες,

στις σκιές των τοίχων,

στη λάμψη της αναμμένης στο τζάκι φωτιάς!

Στην καθημερινότητα!

Μια παρέα καθισμένη στην τραπεζαρία.

Φίλοι που ήρθαν απρόσκλητοι να γεμίσουν το χώρο,

που εσύ φρόντισες με περισσή επιμέλεια.

Αντικείμενα καλογυαλισμένα,

άσπρο τραπεζομάντηλο απλωμένο στο τραπέζι,

γύρω πρόσωπα γελαστά, χαρούμενα

και δάχτυλα υψωμένα στο χάος

που ψάχνουν απεγνωσμένα

να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο,

εκείνο που είπαμε στην αρχή. Τ' άσπρα πέταλα των τριαντάφυλλων

ή τα κόκκινα απ' τα γαρύφαλλα,

δεν έχει σημασία το χρώμα.

Ν' ακουμπήσουν τη χαρά, τη γιορτή

να τη σφίξουν στης παλάμης τ' αγκάλιασμα,

στης καρδιάς τ' αγκάλιασμα, στο είναι τους!

<<Έτσι πολεμάτε της μιζέριας  τον ίσκιο>>,

είπε κάποιος απ' την παρέα,

τούτες τις νύχτες που βαραίνει

στον τοίχο του σπιτιού μας!

Της παρέας

Πόσο οικείος ακούγεται ο τίτλος! Όχι μόνο φίλοι, αλλά και ίσοι, όμοιοι!

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται απ’ την 1η στροφή:

Μέσα σε έξι στίχους, τέσσερις ολοζώντανες εικόνες  συνθέτουν το σκηνικό του χώρου. Και ένα μόνο ρήμα, ξεφύτρωσε, σύνθετο με το αχώριστο μόριο ξε- με τη σημασία του ξαφνικά, του απροσδόκητου, του απρόσμενου.

Ο τίτλος πρώτα, Της παρέας.

Ακολουθεί αμέσως μετά το ολάνθιστο μπουκέτο, το praeludium, δηλαδή τραγούδι, παιχνίδι – χορός, προμήνυμα.

Έτσι μας οδηγεί η ποιήτρια στην 1η πράξη προοικονομώντας αντίστοιχα συναισθήματα.

Η παρέα των απρόσκλητων φίλων γέμισε τον χώρο

Που εσύ φρόντισες με περισσή επιμέλεια. [στίχος 9]

Η δημιουργός του ποιήματος δείχνει το ποιητικό υποκείμενο και ταυτίζεται μαζί του.

Ο φιλόξενος χώρος [στίχοι 10, 11]:

καλογυαλισμένα αντικείμενα, άσπρο τραπεζομάντηλο και τα πρόσωπα (στίχος 12): γελαστά και χαρούμενα βρίσκονται στο ίδιο κλίμα.

και δάχτυλα υψωμένα στο χάος

που ψάχνουν απεγνωσμένα

να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο

εκείνο που είπαμε στην αρχή. Τ’ άσπρα πέταλα των

τριαντάφυλλων

ή τα κόκκινα γαρύφαλλα,

δε έχει σημασία το χρώμα. (στίχοι 13-19)

Και ξαφνικά…όλα αλλάζουν:

Στίχοι 23-26: «Έτσι πολεμάτε της μιζέριας τον ίσκιο»

     είπε κάποιος απ’ την παρέα,

     τούτες τις νύχτες που βαραίνει

     στον τοίχο του σπιτιού μας!

Τι συμβαίνει; Στους στίχους 14, 15 «που ψάχνουν απεγνωσμένα να ακουμπήσουν το ολάνθιστο μπουκέτο»:

Απεγνωσμένα δηλαδή με σθένος και πάθος, αλλά χωρίς πολλές ελπίδες επιτυχίας ή για τελευταία φορά, απονενοημένα, ή τέλος, που γίνεται σε στιγμή που δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες επιτυχίας.

Πώς, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε το «ψάχνουν απεγνωσμένα» και πώς να αγνοήσουμε στον 23ο στίχο το λόγο του σκεπτικιστή «έτσι πολεμάτε της μιζέριας τον ίσκιο», δηλ. όχι την ίδια τη μιζέρια; Κι ακόμη, πώς ν’ αγνοήσουμε την ευφορία της 1ης πράξης;

Πρόκειται για αμφισβήτηση; Είναι σκεπτικισμός; Είναι κριτική στάση ενός ρεαλιστικού λόγου απέναντι στην ελαφρότητα της παρέας; Πρόκειται για αμφισημία;

Ό,τι και να ’ναι η ποιήτρια έχει κάθε δικαίωμα να κρύβει καλά το μυστικό της.

Μια χούφτα ζωή

Μια χούφτα ζωή έξω απ' το παράθυρο.

Την αρπάζω και την καρφώνω με την άκρη των ματιών

πάνω στην ψηλή κορφή των κυπαρισσιών,

στα γυμνά κλαριά της μυγδαλιάς,

στα βαθυπράσινα φύλλα της ελιάς, της ελιάς μου!

Ύστερα την τυλίγω στο κιτρινοπράσινο σεντόνι της λεμονιάς,

και τη φυλάω προσεκτικά στο ερμάρι της μνήμης.

Ίσως τη χρειάζομαι σε ξένα χώματα!

Ίσως είναι η ασπίδα μου κατά των πάσης φύσεως βαρβάρων

εν Αθήναις!

Μια χούφτα ζωή

Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τη ζωή έξω, στην ομορφιά της υπαίθρου, στην ομορφιά της φύσης, και τη βρίσκει στα ψηλόκορμα κυπαρίσσια, στα γυμνά κλαριά της αμυγδαλιάς, στα βαθυπράσινα φύλλα της ελιάς»,

«στο κιτρινοπράσινο σεντόνι της λεμονιάς»

Εικόνες εφάμιλλες ενός σπουδαίου πίνακα ή καλύτερα γνήσιες εικόνες της φύσης.

Μια χούφτα ζωή έξω απ’ το παράθυρο.

Την αρπάζω και την καρφώνω με την άκρη των ματιών ………

Ύστερα την τυλίγω και την φυλάω στο ερμάρι της μνήμης.

Με δυο ρήματα αρπάζω, καρφώνω με έντονη τη σημασία της ενέργειας και της αποφασιστικότητας.

Και με άλλα δυο τυλίγω, φυλάω, που κρύβουν τη στοργή και την αγάπη ανθρώπου με ευγένεια και ήθος, παίρνει η ποιήτρια μαζί της την ανάμνηση του κόσμου της φύσης, της ίδιας της ζωής, «Ίσως τη χρειάζομαι σε ξένα χώματα»

Ποια είναι η σχέση μας με τη φύση;

Σ’ αυτό το πανάρχαιο ερώτημα απαντά το ποίημα:

Ο Αντιφών θεωρούσε τη φύση ανώτερη από το νόμο, αφού οι επιταγές της, έστω ως βιολογικές λειτουργίες και δραστηριότητες, είναι αναγκαίες.

Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στον «Αιμίλιο ή Περί παίδων αγωγής» πίστευε ότι θα έπρεπε οι νέοι να ανατρέφονται στη φύση και σύμφωνα με τους αέναους νόμους της Φύσης

Ο Γιώργος Γραμματικάκης στο βιβλίο του «Η κόμη της Βερενίκης» ταυτίζει την ύπαρξή μας με το πρώτο υπέρπυκνο σημείο  της κοσμικής σφαίρας. «Ήμασταν όλοι εκεί στην αρχέγονη αστρική σκόνη, λίγο πριν γίνει η μεγάλη έκρηξη..»

Η ποιήτρια στις κόκκινες καμέλιες «αποζητάει με το βλέμματ’ αυθεντικό, τ’ αληθινό, το όμορφο». Στο παρόν ποίημα μας καλεί να κλείσουμε τη φύση μέσα μας, να ταυτιστούμε συναισθηματικά μαζί της…

«Ίσως είναι η ασπίδα μου κατά των πάσης φύσεως βαρβάρων

εν Αθήναις» 

Πώς γίνεται, ένα ποίημα σε πρώτο πρόσωπο να μη παραμένει προσωπικό;

Πώς γίνεται να επικοινωνεί με τους αναγνώστες;

Πώς γίνεται τα συναισθήματα της ποιήτριας να γίνονται και δικά μας;

Μόνο όταν ο δημιουργός γράφει για να επικοινωνήσει, όταν έχει την πρόθεση να μεταβιβάσει και σε μας κάτι, που πιστεύει ότι είναι και για μας σημαντικό.

Αυτό είναι το έργο του δημιουργού, του ανθρώπου που διακρίνεται για το ύφος και το ήθος.

Εμείς, με χαρά δεχόμαστε τα δώρα σας κυρία Γιαννακοπούλου και σας ευχαριστούμε πολύ!

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr