ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΙΚΡΟ ΑΛΩΝΙ»

Κριτική Ανάλυση Κώστας Σταύρου

 

Πολυξένη Βακιρλή-Γιανακοπούλου

Μικρό αλώνι

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Αθήνα 2015

Η παρουσίαση της δεύτερης συλλογής «Μικρό αλώνι»

έγινε στην αίθουσα του εκδοτικού οίκου, στην Αθήνα,

στις 2 Δεκεμβρίου 2015

Τα δώδεκα από τα σαράντα ποιήματα της συλλογής

Ανέλυσε ο Κωνσταντίνος Σταύρου

01. Μικρό αλώνι (σελ. 7)

Ένα μικρό αλώνι ο κύκλος της ζωής σου

που παλεύεις με δυνάμεις ενάντιες,

με ξωτικά πολύχρωμα φερμένα από τόπους μακρινούς,

με υπάρξεις εξωγήινες κι αλλοπρόσαλλες

δεμένες στα κατάρτια των ονείρων σου,

με δαίμονες ποικιλότροπους που σου ροκανίζουν τη ζωή

και θεούς δυνατούς σαν τον Έρωτα ή τον Πλούτο.

Ένα μικρό αλώνι κυκλικό, χωρίς αρχή και τέλος,

κάτι σαν το άπειρο.

 ΑΝΑΛΥΣΗ

 ▪ Με την αποστροφή του β΄ ενικού προσώπου του ρήματος και αντιστοίχως της κτητικής αντωνυμίας στους στίχους:

1.Ένα μικρό αλώνι ο  κύκλος της ζωής σου/2. που παλεύεις  με δυνάμεις ενάντιες

5.δεμένες στα κατάρτια  των ονείρων σου /και 6. … που  σου ροκανίζουν τη ζωή,

▪ Με τις συνυποδηλώσεις, που δένονται με τις εικόνες / μεταφορές, και γίνονται ήρωες δραματικοί σε μια θεατρική αναπαράσταση και κυριαρχούν από το 2ο ως τον 7ο στίχο: ξωτικά πολύχρωμα / υπάρξεις εξωγήινες κι αλλοπρόσαλλες / δεμένες στα κατάρτια των ονείρων σου / με δαίμονες ποικιλότροπους / και θεούς δυνατούς σαν τον Έρωτα ή τον Πλούτo, το ποίημα επιβάλλεται αναπόδραστα σαν φυσικό φαινόμενο στον αναγνώστη.

▪ Παλεύουμε λοιπόν κι εμείς με τα ξωτικά των παραμυθιών των παιδικών μας χρόνων, με τα ομηρικά τέρατα των μαθητικών μας χρόνων, με τις συνεκδοχές του ακατάβλητου Έρωτα και του πανίσχυρου Πλούτου.

▪ Η συμμετοχή μας στο ποίημα είναι καθολική: Γινόμαστε επισήμως οι πρωταγωνιστές: Εγώ, εσύ, εμείς, εσείς, ο καθένας.

Διακρίνετε κάπου στο ποίημα το δημιουργό; Αμφιβάλλω!

Βρίσκετε στο ποίημα στολίδια και μαλάματα που υπερβαίνουν τα μέτρα μας; Βρίσκετε σ’ αυτό υψηλά, δυσπρόσιτα νοήματα; Δεν νομίζω.

▪ Δυο ακόμη χαρακτηριστικά στοιχεία της τεχνικής:

Στο ποίημα δεν υπάρχει ρηματικός τύπος, οπωσδήποτε στην κύρια, τη βασική δομή των προτάσεων. Μόνο στο 2ο και στον 6ο στίχο, σε δύο αναφορικές ονοματικές προτάσεις ( που παλεύεις / που σου ροκανίζουν τη ζωή).

▪ Το ποίημα κλείνει κυκλικά με την επανάληψη του 1ου στίχου στον τελευταίο (Ένα μικρό αλώνι κυκλικό) με μια ανεπαίσθητη όσο και λειτουργική μεταβολή:

Ο κύκλος της ζωής σου του 1ου στίχου γίνεται επίθετο στο αλώνι του 8ου στίχου «Ένα μικρό κυκλικό αλώνι…».

Έτσι αφενός εντείνεται η δράση, αφετέρου με το «χωρίς αρχή και τέλος» μέσα σε κόμματα, μας θυμίζει είτε τον κύκλο της ζωής μας (του 1ου στίχου) είτε το θέατρο των ποικίλων συγκρούσεων και πειρασμών, που πάλι παραπέμπει στον κύκλο της ζωής κάθε ανθρώπου. Παλεύουμε λοιπόν με ξωτικά κι άλλες δυνάμεις υπέρτερες, χωρίς να έχουν τέλος τα βάσανα του κόσμου, στο διηνεκές «χωρίς αρχή και τέλος», «κάτι σαν το άπειρο» του τελευταίου στίχου.

▪Η δημιουργός έχει σε πρώτο πλάνο τη γλώσσα για να επικοινωνήσει μαζί μας. Όχι βέβαια με την κυριολεκτική, αλλά με τη συγκινησιακή λειτουργία της. Αυτό δεν είναι μειονέκτημα. Αντίθετα απαλλαγμένη από κάθε λογής περιορισμούς (τεχνικούς, στιχουργικούς, γλωσσικούς, περιορισμούς ύφους κ.ά.) έχει ελευθερία επιλογής. Δουλεύοντας μ’ αυτήν σκληρά  και με τέχνη, μας μεταφέρει σκέψεις, καταγράφει εμπειρίες, χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς καθοδήγηση. Αφήνει έτσι τον καθένα να βρει το δικό του νόημα. Κανενός το νόημα δεν είναι αυθεντικό. Και καθενός είναι βέβαια αποδεκτό, αρκεί να μην είναι αυθαίρετο.

Ούτε ασφαλώς ένα ποίημα είναι άτεχνο, επειδή είναι απλό. Αντίθετα με την άρτια τεχνική του εξυπηρετείται η απλότητα, δημιουργείται οικειότητα προβάλλεται η πραγματικότητα σε μια κατ’ εξοχήν ζωντανή αναπαράσταση της ζωής.

 

02. Η σβούρα  (σελ. 8)

Δεν την ορίζουν τη ζωή σου

 λεγεωνάριοι και μανδαρίνοι,

 μονάχα εσύ κρατάς στη χούφτα σου

 της τύχης το κουβάρι.

 Μονάχα εσύ ξετυλίγεις το νήμα του,

 όπως ένα παιδί το νήμα της σβούρας

 ξετυλίγει με τέχνη και τη βλέπει

 να γυρίζει, να στροβιλίζεται.

 Έτσι κι η ζωή σου στροβιλίζεται

 στο πλακόστρωτο της μοίρας

 και ξετυλίγεται το νήμα μέχρι να σωθεί

 και ν’ αράξει η πολύχρωμη η σβούρα

 σε μια γωνιά του πολύβοου καλντεριμιού

 ΑΝΑΛΥΣΗ

Αξιοπρόσεκτες είναι οι αντιθέσεις του ποιήματος, σε σχέση με το «Μικρό αλώνι»

- κοντύτερο το μήκος των στίχων.

- γεμάτο ρήματα ετούτο.

- γοργός ο ρυθμός ανάγνωσης στο πρώτο, αργός στο δεύτερο.

Αυτό συμβαίνει διότι το ρήμα είναι τύπος δυνατός, συνδέεται στενά, σχεδόν άρρηκτα με το υποκείμενο, το αντικείμενο και με τους προσδιορισμούς του.

Ας δοκιμάσουμε απαγγέλλοντας μερικούς στίχους για να δούμε τη διαφορά: 

Στ.5  Μονάχα εσύ ξετυλίγεις το νήμα του,

Όπως ένα παιδί το νήμα της σβούρας

Ξετυλίγει με τέχνη και τη βλέπει

…δεν μπορούμε να σταθούμε στο «βλέπει» διότι το συμπλήρωμά του ακολουθεί στον 8ο στίχο: «να γυρίζει να γυρίζει, να στροβιλίζεται. (διασκελισμός ονομάζεται αυτό)

Ας επιστρέψουμε για λίγο στο Μικρό αλώνι:

Εκεί υπάρχει ένα ρήμα στο 2ο στίχο: «που παλεύεις» και ακολουθούν σωρευτικά σε ημιστίχια τα συμπληρώματά του:

με δυνάμεις ενάντιες

με ξωτικά πολύχρωμα…

με υπάρξεις εξωγήινες…

με δαίμονες ποικιλότροπους…

με θεούς δυνατούς…

Στη μεταμοντέρνα ποίηση δεν υπάρχουν καταναγκασμοί, όπως ο συγκεκρι-μένος αριθμός των συλλαβών που επέβαλε το μέτρο ή η διαίρεση κ.ά.

Έτσι ο ποιητής απαλλαγμένος από περιορισμούς γράφει ελεύθερα, επιλέγει το λεξιλόγιό του και τα εκφραστικά μέσα με καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

 Ο αργός λοιπόν ρυθμός του παρόντος ποιήματος, η ολοζώντανη εικόνα του παιδιού με τη σβούρα (στ.6-8), η παρομοίωση των στ. 3-4 και η συνεκδοχή του πολύβοου καλντεριμιού στον τελευταίο στίχο μας εισάγουν σε πρώτο πλάνο «διά των αισθήσεων» στο ποίημα.

Αυτή είναι η ασφαλής οδός: πρώτα προσεγγίζουμε το ποίημα αισθητικά και νιώθουμε αισθητική ευχαρίστηση. Το ποίημα με τη συγκινησιακή λειτουργία της καλοδουλεμένης έκφρασης μας χαρίζει το ευ, το αισθητικά ωραίο.

Προβάλλεται ο ρεαλισμός και η πραγματικότητα με μια κατ’ εξοχήν ζωντανή αναπαράσταση. Ύστερα και σε δεύτερο πλάνο είμαστε έτοιμοι να στοχαστούμε πάνω στις ιδέες του.

 Ξεκινά λοιπόν το ποίημα με μια δήλωση στους στ. 1-5, διατυπωμένη αρνητικά και με τρόπο απολύτως κατηγορηματικό:

Δεν ορίζουν άλλοι την τύχη σου, ούτε λεγεωνάριοι (στρατιώτες) ούτε μανδαρίνοι (γραφειοκράτες). Μην ελπίζεις στους δυνατούς, μη ρίξεις σ’ αυτούς το φταίξιμο.

«Μονάχα εσύ», επαναλαμβάνει το Ποιητικό Υποκείμενο σε δεύτερο πρόσωπο στους στίχους 3 και 5, έχεις την τύχη στα χέρια σου. Εσύ ορίζεις τη ζωή σου.

Η επιλογή και η ευθύνη όλη δική σου, για το καλό ή για το κακό, όπως προκύπτει από την εικόνα και μεταφορά του παιδιού που χειρίζεται με τέχνη τη σβούρα, δηλ. με ελεύθερη βούληση και με δεξιότητα. Αυτό σημαίνει η λέξη «τέχνη»: ελεύθερη και δημιουργική έκφραση με σχέδιο και στόχο.

Και καμαρώνει το αποτέλεσμα στον 8ο στίχο «και τη βλέπει / να γυρίζει, να γυρίζει , να στροβιλίζεται». Εδώ το δίχως συνδετικά μόρια σχήμα και ιδιαίτερα το ρήμα «να στροβιλίζεται» παραπέμπει στην αέναη συνέχεια και στη ισορροπία. Επομένως στο ευ της ευτυχίας.

Η εικόνα του παιδιού με τη σβούρα, μας θυμίζει το χωρίο 616-617 της Πολιτείας του Πλάτωνα, με τις Μοίρες: την Λάχεσιν, την Κλωθώ και την ΄Ατροπο. Εκείνες συνεπιστρέφουν την ατρακτο, το αδράχτι, πότε με το δεξί χέρι, το ευνοϊκό, πότε με το αριστερό, το κακότυχο, για να βγουν οι θνητοί μπροστά στη θεά και να διαλέξουν με τη σειρά τη ζωή που επιθυμούν. Αλλά το πώς θα ζήσει καθένας, καλότυχα ή κακότυχα είναι προσωπική του ευθύνη, ανάλογα με την εκτίμηση ή την περιφρόνηση που θα δείξει στην αρετή. Η ευθύνη πέφτει σ’ αυτόν που κάνει την εκλογή. Ο θεός είναι ανεύθυνος.

Ο αρχαίος μύθος: «…Πρτος δ’ λαχν πρτος αρεσθω βον συνσται ξ νγκης. ρετ δδσποτον, ν τιμν κατιμζων πλον καλαττον ατς καστος ξει. Ατα λομνου· θες νατιος.»

Και η μετάφρασή του: «Οποιανού λάχει ο πρώτος κλήρος, αυτός πρώτος να διαλέξει τη ζωή που αναγκαστικά θα ζήσει. Δεν έχει δεσπότη η αρετή· ανάλογα αν την τιμάει κανείς ή την περιφρονεί, θα ’ναι και πιο μεγάλο ή πιο μικρό το μερτικό του επάνω της. Η ευθύνη είναι αυτουνού που διαλέγει· ο θεός δεν έχει ενοχή».

Πρόκειται για την πρώτη ανατροπή της μυθικής αντίληψης για τη Μοίρα.

 Έτσι και στο ποίημα η ζωή μας στροβιλίζεται μέχρι να βρούμε το δρόμο μας, την ισορροπία μας, την αρμονία μέσω των επιλογών και των πράξεών μας, «με τέχνη» δηλ. με περίσκεψη και σύνεση και με ελεύθερη επιλογή μέσα σ’ ένα κόσμο «πολύβουο», με πολλές και ποικίλες διαφορές.  

 Στο «στοχαστικό» για την ύπαρξή μας ποίημα, μπορούμε, νομίζω, να προσθέσουμε με «φιλοσοφική» διάθεση:

Πώς χώρεσε άραγε η ποιήτρια μέσα σε 13 μόλις στίχους τέτοιο βάθος ιδεών;

 Δεν υπάρχουν μυστικά όπλα.  Και οι πιο σύνθετοι στοχασμοί όταν εμπεριέχουν αλήθειες, γίνονται απλοί και κατανοητοί.  Η γλώσσα είναι το μέσο και η οικειότητα επίσης, που δημιουργείται ανάμεσα στη δημιουργό και τον αναγνώστη. 

  

03. Γαλαξίες (σελ. 11)

Εγκλωβισμένη στις αναμνήσεις του τίποτα,

του ποτέ, του καθόλου,

ανάγω το σύμπαν στα μέτρα μου

θυμάμαι το τώρα

ξεχνάω το χθες

σηκώνω στις πλάτες μου το αύριο,

με θάρρος

όχι με απελπισία,

δε φτουράει στ’ αστέρια τ’ ουρανού

σαν με συντροφεύουν

στις διαδρομές του απείρου

που χαράζει η γραφίδα της διάνοιας

συμπαντικές διαδρομές,

ανεξιχνίαστες,

τόσο ξεθωριασμένες

σε λογικές ερμηνείες

Μην το ψάχνεις, μου ’λεγες,

δεν έχουν αρχή οι γαλαξίες τ’ ουρανού,

έτσι στέκουν χιλιάδες χρόνια τώρα

κρεμασμένοι στο φωτεινό του μπαλκόνι.

Κι εμείς ζηλόφθονοι εραστές της απεραντοσύνης του

κλεινόμαστε στο μεταλλικό μας κέλυφος

σαν σε ασπίδα της μικρότητας

μη λάχει και μας παρεξηγήσουν

οι φθονεροί γαλαξίες.

  

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ας εμπιστευθούμε τις αισθήσεις μας για μια πρώτη προσέγγιση του ποιήματος.

Το ποίημα στην 1η στροφή, πλούσιο σε εικόνες, χρωματίζεται από ένα ελάχιστο βαθμό άλογων στοιχείων.

Στους δύο πρώτους στίχους κυριαρχεί το απόλυτο κενό, που κλιμακώνεται με τις γενικές «του τίποτα, του ποτέ, του καθόλου».

Εκεί είναι εγκλωβισμένο, περιορισμένο το ποιητικό υποκείμενο, γένους θηλυκού.

Ένα τέτοιο κενό δίχως χώρο και χρόνο είναι το σύμπαν.

Σ’ αυτό προσδιορίζει, «ανάγω», είναι η λέξη στον 3ο στίχο, την αρχή της ύπαρξής της, στο άπειρο σύμπαν, που δεν διέπεται από την ανθρώπινη λογική, όπως αποκαλύπτεται στους στ. 4 και 5, με τις χαρακτηριστικές λογικές ακροβασίες «θυμάμαι το τώρα  / ξεχνάω το χθες. 

 Απαλλαγμένη λοιπόν από τα δεσμά της λογικής, σηκώνει με θάρρος στις δικές της πλάτες το μέλλον της, αναζητώντας την αλήθεια της ύπαρξής της:

(στ. 8-11) Όχι  με απελπισία: Αυτή δεν έχει  θέση στ’ αστέρια, όταν τη συντροφεύουν  στο άπειρο του σύμπαντος.

(στ. 12-16) Η  αποκάλυψη: Όσα μπορεί με το  νου και την ελεύθερη σκέψη  της δεν χωράνε σε λογικές  ερμηνείες.

 Το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιά, μέσα στο μικρόκοσμο της λογικής και των αναμνήσεων που στερούνται νοήματος. Δραπετεύει με τη σκέψη της για να ζήσει σε ουράνιες διαδρομές, εκεί που οι λογικές ερμηνείες δεν υφίστανται. Στην αρχέγονη λοιπόν κατάσταση της ύλης αναζητά τον υπαρξιακό αυτοπροσδιορισμό της.

 Το δεύτερο πρόσωπο στη β΄ στροφή παρουσιάζεται ως ανάμνηση:

«Μην το ψάχνεις, μου ’λεγες»

Οι γαλαξίες στέκουν στο φωτεινό μπαλκόνι του ουρανού, χωρίς αρχή.

 Στην 3η στροφή. Η επιστροφή στον υπαρκτό, στον αντικειμενικό κόσμο. Προσγείωση στο ρεαλισμό της έλλογης πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο γίνεται ο καθένας μας, όλοι μας. Επιστρέφουμε στους αυτοπεριορισμούς μας και υπερασπιζόμαστε τη μικρότητά μας από τους γαλαξίες, από εκείνους ακριβώς που προσβλέπαμε ως λύση.

Ένα ποίημα υπαρξιακό: Από πού ερχόμαστε; ποιοι είμαστε; πού και πώς βαδίζουμε στη ζωή;

Είναι άραγε μάταιη η αναζήτηση απαντήσεων;

Το θηλυκό το γένος δεν είναι η πηγή και η αρχή της ζωής;

Αν συνειδητοποιήσουμε αυτή την απλή αλήθεια, τότε η ποίηση μας κάνει τη ζωή πιο κατανοητή και πιο όμορφη. Αρκεί να τη ζούμε αληθινά με όλες μας τις αισθήσεις, χωρίς υποκρισίες, χωρίς συμβιβασμούς και χρησιμοθηρικούς υπολογισμούς.

04. Εραστής του τυχαίου (σ. 13)

Στον τελευταίο σταθμό της ζωής

ευτυχής ταξιδιώτης της άμαξας

που τη σέρνουν ανυστερόβουλα οι μοίρες

ετοιμάζεται να μπει ο συμπαθής εαυτός μου

Σαν το κουρασμένο τρένο

στις ναυαγισμένες ράγες

απ’ τα πάμπολλα ταξίδια

μέσ’ από γαλαρίες και τούνελ

μετράω τις σκοτεινές μου ώρες

ώσπου να βγω κάθε φορά

στο ξέφωτο

Μια ηδονή βαθιά ριγώνει τις αισθήσεις,

παιδί ενός ταξιδιού που ξοδεύτηκε

σε περαστικές γνωριμίες και συγκινήσεις.

Περαστικοί άνθρωποι, περαστικοί έρωτες

κι εγώ εραστής του τυχαίου

μετράω με περισυλλογή τα τούνελ

τις σκοτεινές διαδρομές

που με βγάζανε κάθε φορά

στην άλλη άκρη του τρύπιου βουνού

νικητή.

 ΑΝΑΛΥΣΗ

Ως τρίτος αντικειμενικός παρατηρητής το Π.Υ., «ο ευτυχής ταξιδιώτης» παραδίδεται στις μοίρες για τον τελευταίο σταθμό της ζωής του. Τα επίθετα «ευτυχής ταξιδιώτης» και κυρίως «ο συμπαθής εαυτός μου» και η χρήση στη συνέχεια του α΄ προσώπου δίνουν την ψευδαίσθηση της αυτοαναφοράς.

Ωστόσο ελάχιστα ποιήματα είναι πιο «απρόσωπα». Το εγώ είναι παρόν, όχι στα σχόλια ενός παντογνώστη παρατηρητή, αλλά στη δραστικότητα, στο ρυθμό της γλώσσας και στην αμεσότητα των αισθημάτων. Είναι, άλλωστε, τόσο κοινός τόπος να αναμετριέται ο καθένας με το παρελθόν του και να κάνει τον απολογισμό της ζωής του.

 Στις παρομοιώσεις της β΄ στροφής «σαν το κουρασμένο τρένο / στις ναυαγισμένες ράγες / απ’ τα πάμπολλα ταξίδια» αναγνωρίζει τις δικές του τωρινές ιδιότητες: Ο απόμαχος της ζωής, από «τα πάμπολλα ταξίδια» διατηρεί ζωντανή την ελπίδα να ξεπεράσει τις κακουχίες και τις δυσκολίες «τις σκοτεινές μου ώρες» και να βγει από τις δύσκολες στιγμές της ηλικίας του, μέσ’ από τις γαλαρίες και τα τούνελ», δικαιωμένος «στο ξέφωτο».

 Αντιφατικά συναισθήματα συνοδεύουν τον ήρωά μας κατά τις ώρες της περισυλλογής του, στους τρεις μεταφορικούς πρώτους στίχους της γ΄ στροφής:

«Μια ηδονή βαθιά ριγώνει τις αισθήσεις,

παιδί ενός ταξιδιού που ξοδεύτηκε

σε περαστικές γνωριμίες και συγκινήσεις»

 Με την εικονοπλασία του δυνατού ρήματος «ριγώνει η ηδονή τις αισθήσεις» (: ανατριχιάζει από ισχυρή συγκίνηση και ηδονή ο ήρωάς μας) και  αναδέχεται  με ευχαρίστηση όσα του χάρισε η ζωή.

Συγχρόνως μια αδιόρατη αμφιβολία περνά στη σκέψη μέσα από τη συνεκδοχή «παιδί ενός ταξιδιού που ξοδεύτηκε / σε περαστικές γνωριμίες και συγκινήσεις».  

 Η υπερβολική συμπύκνωση εικόνων και νοήματος συνεχίζεται στους δύο επόμενους στίχους: «Περαστικοί άνθρωποι, περαστικοί έρωτες / κι εγώ εραστής του τυχαίου».

 Εικόνες και άνθρωποι, αγωνίες και σκέψεις, ηδονή, περισυλλογή και φόβοι, συγκινησιακή ένταση, όλα μαζί συνωθούνται στην κρίση του και τελικά βγαίνει νικητής, όπως νικητής έβγαινε και κάθε φορά από τις σκοτεινές διαδρομές.

 Κι εμείς οι αναγνώστες ευρύνουμε με τη φαντασία μας τα όρια της αναπαράστασης και νιώθουμε πιο οικείοι με τον  ποιητικό ήρωα, αν δεν τον ζηλεύουμε κιόλας.   

05. Κλέφτης ονείρων (σ. 18)

Κάποιος έκλεψε απ’ την κούνια

το όνειρο του παιδιού

να μεγαλώσει.

Της μάνας του,

να το δει έφηβο καβάλα σ’ ένα κίτρινο ποδήλατο.

Του πατέρα του,

να το ’χει στερνό απάγκιο

στις ώρες της απόγνωσης

Κάποιος ρούφηξε τους χυμούς

μέσ’ απ’ τις φλέβες του

κι έμειναν έτσι άνυδρες

ν’ αυλακώνουν το μέτωπο

ίδιες αδιέξοδες διαδρομές

που βγάζουν στο πουθενά.

Κάποιος άρπαξε απ’ τα χείλη το χαμόγελο

κι εκείνα ρυτίδιασαν απότομα

στο σταμάτημα του χρόνου.

Σκόρπισαν τα μυστικά που θα ’λεγε

στ’ αυτί της αγαπημένης ή του αγαπημένου του

στους πέντ’ ανέμους.

Μόνο μια φωτογραφία μοιάζει

ν’ αντιστέκεται στην κλοπή

πάνω στην παλιά εταζέρα.

 ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ενάργεια των εικόνων, η αοριστία στον τίτλο και πολύ περισσότερο η εκκωφαντική απροσδιοριστία του «κάποιος» στις τρεις πρώτες στροφές αλλά και η απουσία του ποιητικού υποκειμένου, είναι τα κλειδιά του ποιήματος.

Ο θάνατος του παιδιού περιγράφεται  στην πρώτη στροφή ως απώλεια για το ίδιο το παιδί: «δεν πρόλαβε να ζήσει τα όνειρά του»

απώλεια για τη μάνα: «να το δει έφηβο καβάλα σ’ ένα κίτρινο ποδήλατο»

και για τον πατέρα: «να το ’χει στερνό απάγκιο / στις ώρες της απόγνωσης»

Ποτέ δεν μπορούμε να δεχτούμε ως φυσιολογικό γεγονός το θάνατο ενός παιδιού, γιατί η αίσθηση της απώλειας ακουμπά περισσότερο και διαρκέστερα τους ζώντες.

Γι αυτό και η οργή για τη σκληρή εικόνα της β΄ στροφής, που άφησε πίσω του ο δράστης στο πρόσωπο του παιδιού, που κείτεται στη νεκρική κλίνη, με τις άνυδρες φλέβες να δηλώνουν την ανυπαρξία του: «ίδιες αδιέξοδες διαδρομές / που βγάζουν στο πουθενά».

Στην τρίτη στροφή η τελευταία εικόνα: ένα χαμόγελο στα χείλη του αγαπημένου νεκρού προσώπου, έσβησε κι αυτή με το τέλος του χρόνου.

Τι κι αν τονίστηκε η οργή για τον «άγνωστο;» δράστη με την επανάληψη του «κάποιος»;   

Τώρα, στην 4η στροφή, το λόγο έχουν οι σκέψεις, υποθετικές κι αυτές, που ενισχύουν την τραγωδία των οικείων  για την απώλεια.

«σκόρπισαν τα μυστικά που θα ’λεγε / στ’ αυτί της αγαπημένης ή του αγαπημένου του / στους πέντε ανέμους.

Είναι οι σκέψεις που κάνει το ποιητικό υποκείμενο κοιτάζοντας μια φωτογραφία στην παλιά εταζέρα. Εικόνα και σκέψεις συντηρούν ζωντανή τη μνήμη του νεκρού.

Μυθοπλασία που διεκδικεί την ανατροπή της πραγματικότητας. Με τη λυρική διάθεση στην 1η και 4η στροφή, ακόμη και με τις σκληρές, τις αβάστακτες εικόνες της 2ης και 3ης, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι, ένα αγαπημένο πρόσωπο που χάθηκε, παραμένει υπαρκτό.

Μια τραγωδία παίζεται στο θέατρο της ζωής, με βουβό πόνο και αξιοπρέπεια. Γι αυτό και η συμπάθειά μας στρέφεται προς τον παρατηρητή της εικόνας, στην τελευταία πράξη του έργου.

Μόνο μια φωτογραφία μοιάζει

ν’ αντιστέκεται στην κλοπή

πάνω στην παλιά εταζέρα

06. Ο άστεγος (σ. 23)

Δραπετεύω κάθε βράδυ

απ’ το πυκνό σκοτάδι της νύχτας μου

κινούμαι σε λεωφόρους με φώτα εκτυφλωτικά

ψαύω με την ανάσα μου τον ίλιγγο των ανθρώπων

που στροβιλίζεται στα πεζοδρόμια

οσμή θανάτου ακουμπάει το μέτωπό τους

βρυχάτ’ η απελπισία στην άκρη του δρόμου

ένας άστεγος κοιμάται στο παγκάκι

στα νυσταγμένα του βλέφαρα απαγκιάζει

η θλίψη των ανήμπορων του κόσμου

κι η μέρα που φτάνει σε λίγο γιορτινή

ανοίγει το παράθυρο στο φως

να μπει η ανάσα του.

ΑΝΑΛΥΣΗ

Εικόνες, μεταφορές, αντιθέσεις, γλώσσα συγκινησιακά φορτισμένη σε κάθε φράση και πάνω απ’ όλα ένα ποίημα χωρίς σημεία στίξης. Ένα ποίημα που μας καλεί να το απαγγείλουμε με μια ανάσα, τουλάχιστον στους δέκα πρώτους στίχους.

Πώς θα κινηθεί ο έντιμος αναγνώστης στον ιλλιγιώδη ρυθμό του ποιήματος για να ζήσει την εμπειρία του δημιουργού του, χωρίς να πέσει σε ερμηνευτικές αυθαιρεσίες;

 Ας προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε ιεραρχώντας τα στοιχεία του:

Πρώτο και κυρίαρχο η συναισθηματική κατάσταση που προκύπτει από τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας. Επομένως δουλεύουμε σε πρώτο πλάνο με τη γλώσσα, με τα εκφραστικά μέσα, κι από κοντά ελέγχουμε αν η συγκινησιακή φόρτιση είναι ανάλογη των συναισθηματικών καταστάσεων.

 Η μεταφορά στους δύο πρώτους στίχους «δραπετεύω… απ’ το πυκνό σκοτάδι της νύχτας μου», ξεφεύγω από την παντελή άγνοιά μου για το τι συμβαίνει στον κόσμο, είναι μια δήλωση που κάνει ο παρατηρητής για ’κείνα που διαδραματίζονται σε μια αστική κοινότητα, όταν πέφτει το σκοτάδι.

 Θα μεταφέρει μια εμπειρία του. Κινείται, λοιπόν, στις λεωφόρους με τα «εκτυφλωτικά φώτα». Εκεί θα ανακαλύψει μια πλευρά της πραγματικής και ρεαλιστικής ζωής, όταν πέφτει η νύχτα. Στους πυκνούς τέσσερις πρώτους στίχους με τις αντιθέσεις: Το Π.Υ. από την αδράνεια και την πλήρη άγνοια στους δύο πρώτους στίχους, περνά στην κινητικότητα και στη δράση που θα του αποκαλύψουν, στους επόμενους στίχους, ένα κόσμο άγνωστο, διαφορετικό από το δικό του. Ο παρατηρητής μας «ψαύει», αγγίζει, ακουμπά με την ανάσα του «τον ίλλιγγο των ανθρώπων», τη δυστυχία των ανθρώπων που δεν μπορεί να συλλάβει ο νους του.

 Έτσι προοικκονομούνται  οι σκληρές, οι ανελέητες εικόνες της δυστυχίας «των ανήμπορων του κόσμου» στους στίχους 6-10: θλίψη, κόπωση, απελπισία, θάνατος. Όλη η δυστυχία συμπυκνωμένη στη μετωνυμία του άστεγου. Σπίτι του το παγκάκι, «στα νυσταγμένα του βλέφαρα απαγκιάζει η θλίψη των ανήμπορων του κόσμου». Το ομόηχο «παγκάκι – απαγκιάζει» στο τέλος των στίχων 8 και 9 έρχεται να συμπληρώσει τη μετωνυμία του άστεγου.

 Οι στίχοι διαβάζονται με μια μόνο ανάσα, έτσι όπως σωρευτικά  αθροίζονται οι εικόνες της δυστυχίας.

 Στους στίχους 11-13, ένας άλλος κόσμος γεννιέται με το πρώτο φως της ημέρας. Το «πυκνό σκοτάδι, τον ίλιγγο, την απελπισία και την οσμή θανάτου», που προηγήθηκαν στους γεμάτους ένταση δέκα στίχους, διαδέχεται μια απολύτως λιτή εικόνα, γεμάτη φως και μια τολμηρή προσωποποίηση: κι η μέρα που φτάνει σε λίγο γιορτινή / ανοίγει το παράθυρο στο φως / να μπει η ανάσα του». Τη φρικτή νύχτα της δυστυχίας στην κοινότητα διαδέχεται η γιορτινή μέρα του ιδιωτικού μας χώρου. Τώρα μια ανάσα φωτεινή μπαίνει από το παράθυρο με πρωταγωνιστή την ημέρα.

 Και το μήνυμα;

Υπάρχει μήνυμα ή καταγράφεται απλώς μια εμπειρία που δημιουργεί ισχυρή συγκινησιακή φόρτιση;

Μήπως επιστρέφοντας στην ομαλότητα ζητάμε να καλύψουμε με το πέπλο της λήθης τη δυσαρέσκεια της δυστυχίας;

Μήπως, με την ξαφνική μεταβολή που φέρνει το φως της μέρας, πρόθεση του δημιουργού είναι να ενισχύσει τις τύψεις του σκεπτόμενου αναγνώστη που κρύβεται στην ασφάλεια του ιδιωτικού του χώρου;

Η ποιήτρια είπε το δικό της λόγο.

Το τελευταίο λόγο τον έχει ο ευαίσθητος αναγνώστης. Δεν μπορεί να μη βάλει κάτι από τον εαυτό του στο ποίημα.   

Και οπωσδήποτε, δεν μπορεί ούτε να σβήσει τα συναισθήματα που έζησε ούτε να αγνοήσει την αλήθεια που κρύβουν οι δεκατρείς στίχοι του ποιήματος, αλήθεια που είναι τόσο επίκαιρη σήμερα.

     07. Καθρέφτης της ψυχής (σ. 24)

Άδειες ψυχές, τρύπιος ουρανός

φευγάτα τ’ αστέρια.

Ποιος άνεμος τα κυνήγησε

ως το τέλος του πεπρωμένου τους;

Ποια φυγή είναι καλύτερη,

η δική τους ή η δική μου;

Λεηλατημένοι οι πυρήνες των αστεριών

λεηλατημένες οι ψυχές των ανθρώπων.

Ήρθανε οι κλέφτες τη νύχτα

και παραβίασαν τις πόρτες,

κι οι ψυχές πέσανε θύματα

της απρόσκλητης παρουσίας τους.

Σπάσανε σε χίλια δυο κομμάτια

σαν τον παλιό καθρέφτη

που τον ράγισε το βάρος του χρόνου

στον τοίχο της μουχλιασμένης τραπεζαρίας.

Θρύψαλα, απομεινάρια μιας άλλης εποχής,

απειροελάχιστα σωματίδια

ένα σύμπλεγμα ραγισμένης αθωότητας

δολοφονημένης απ’ τις συμπεριφορές του δήθεν

που φοβούνται τα καθάριο βλέμμα του παιδιού

σαν μας κοιτάζει μέσ’ απ’ το δικό του καθρέφτη,

τον καθρέφτη της ψυχής του. 

 ΑΝΑΛΥΣΗ

Αξιοπρόσεκτη είναι η αρχιτεκτονική του ποιήματος:

Στην πρώτη στροφή, η διαπίστωση:

«άδειες ψυχές, τρύπιος ουρανός / φευγάτα τ’ αστέρια»

Τρεις λέξεις: «άδειες / τρύπιος / φευγάτα» σε τρεις απολύτως ελλειπτικές προτάσεις, χωρίς ρήματα, απεικονίζουν το κενό σε δύο υπάλληλα επίπεδα: στις ψυχές των ανθρώπων και στον άδειο από αστέρια ουρανό.

Έλλειψη παντού: στην εκφραστική λιτότητα των δύο στίχων, στη συντακτική ελλειπτικότητα των προτάσεων, στην εντελώς σχηματοποιημένη απεικόνιση.

Άνθρωποι χωρίς αισθήματα, ουρανός χωρίς αστέρια. Το συναισθηματικό κενό της ψυχής μας παρομοιάζεται με τον άδειο από αστέρια ουρανό, με το απόλυτο σκότος.  

Με δύο απορηματικές ερωτήσεις «Ποιος άνεμος τα κυνήγησε / ως το τέλος του πεπρωμένου τους; / Ποια φυγή είναι καλύτερη, / η δική τους ή η δική μου»,  το Π.Υ. σε πρώτο πρόσωπο, αναζητά την αιτία και αναρωτιέται ποια απώλεια είναι λιγότερο επώδυνη. 

 Στην τρίτη στροφή, μια απάντηση:

Προσοχή στις μετωνυμίες: «λεηλατημένοι οι πυρήνες των αστεριών, / λεηλατημένες οι ψυχές…/ ήρθανε κλέφτες …/ παραβίασαν πόρτες / ψυχές… θύματα / της απρόσκλητης παρουσίας τους»

Θύματα λοιπόν εξαπάτησης οι ψυχές μας;

Εξωγενείς παράγοντες αποψίλωσαν τα συναισθήματά μας;

Μια καταφατική απάντηση, δεν είναι ικανοποιητική, επειδή ακριβώς μας βολεύει η υποκριτική «λογική» της.

Η αλήθεια στο ποίημα καταξιώνεται αισθητικά, με τρόπο μεταφορικό στην 4η και στην 5η στροφή:

Όπως ο παλιός καθρέφτης  ράγισε σε χίλια κομμάτια, έτσι κι ψυχή μας δεν άντεξε το βάρος του χρόνου και αφυδατώθηκε από τα πιο ζωτικά της στοιχεία, τα αισθήματα. Σαν τον «τοίχο της μουχλιασμένης τραπεζαρίας» ή σαν τον μουχλιασμένο τοίχο της τραπεζαρίας, κατάντησε η ψυχή μας: αδρανής, πνευματικά νωθρή, χωρίς φαντασία, υπερβολικά συντηρητική, με πεπαλαιωμένες και αναχρονιστικές αντιλήψεις. 

 Στα συντρίμμια της ψυχής μας, βρίσκεται η αλήθεια: στη δική μας συμπλεγματική,  υποκριτική, «στη δήθεν» συμπεριφορά μας, στο φόβο μας και στην αδυναμία μας να συλλάβουμε «το καθάριο βλέμμα του παιδιού», να επικοινωνήσουμε με την ψυχή του, με τα αισθήματά του.  

Στη χαμένη μας αθωότητα εντοπίζεται η έλλειψη της επικοινωνίας μας. Σοβαρή και ολέθρια εξέλιξη στη συμπεριφορά μας.

Μπορεί να μη καταγράφεται, στο ποίημα, ρητά η προτροπή. Αν όμως παραμένουμε ακόμη συναισθηματικά δεκτικοί, ίσως μπορέσουμε να την ακούσουμε: «Ξαναγίνετε παιδιά»    

 08. Στη σκοτεινή πλευρά του  ήλιου (σ. 31)

 ▪ Φωτεινή η ηλιόσφαιρα κόβει βόλτες ολημερίς

στις στράτες τ’ ουρανού

άνθρωποι και ζωντανά ερωτεύονται

πέρα κει στα χρυσά λιβάδια του

όπως δυο γατιά το Γενάρη μήνα

στην κεραμοσκεπή του χαμόσπιτου

ή οι πρωτόπλαστοι στον κήπο της Εδέμ

πριν τους εξορίσει ο θεός τους,

ζεσταίνουν τα δάχτυλά τους

με τις φλογοβόλες ακτίνες του

τα βήματά τους φωτίζονται στις διαδρομές

της άχρονης ύπαρξής του.

▪ Στη σκοτεινή πλευρά του ήλιου

ο έρωτας λουφάζει τρομαγμένος μες στη σπηλιά του,

τ’ αηδόνι δε σμίγει με το ταίρι του

στη θλιμμένη ρεματιά,

οι σιτοβολώνες μαραίνονται στο σκοτάδι

τα στάχυα δε μεστώνουν χρυσά

για να δώσουν το βλοημένο καρπό,

οι χρυσαλλίδες δε βγαίνουν απ’ το κουκούλι τους

για να υφάνουν τον ιστό του μεταξιού,

το πλέριο σκοτάδι διώχνει το φως μ’ απελπισία,

οι άνθρωποι ερπετά σέρνονται στο χώμα,

χύμα η κακία που τους κυβερνάει

κι η καλοσύνη άφαντη, ξεπνοϊσμένη

στη μαύρη νύχτα που ακολουθεί.

▪ Δεν το ξέρω ’γω το άλλο χωράφι,

δεν το ξέρω το γκρίζο άρμα του ήλιου

δεν τον είδα τον αμαξηλάτη του

μπαρουτοκαπνισμένο απ’ τη φωτιά του πολέμου.

▪ Αθέατη μου φαίνεται τούτ’ η γωνιά της γης,

έναν ήλιο μπροστάρη γνώρισα ’γω 

γελαστό θεό μαντατοφόρο του καλού

που οι χρυσές ακτίνες του γίνονται

χαμόγελα πρωινά για όλο τον κόσμο

 ΑΝΑΛΥΣΗ

Δυο ολοζώντανους πίνακες, με ζωηρά χρώματα, ζωγραφίζει η ποιήτρια με τους στίχους της.

 Έναν γεμάτο φως και ό,τι συνεπάγεται η μεταφορική σημασία της «φωτεινής ηλιόσφαιρας», η βασικότερη πηγή ενέργειας για τη ζωή των φυτών και των όντων στον πλανήτη μας: τον έρωτα (στ. 3 άνθρωποι και ζωντανά ερωτεύονται), την ομορφιά και τους καρπούς της γης (στ.4  πέρα κει στα χρυσά λιβάδια του), την αθωότητα (στ. 7 ή οι πρωτόπλαστοι στον κήπο της Εδέμ), την ίδια τη ζωή και την ανθρώπινη επικοινωνία (στ. 9, 10 ζεσταίνουν τα δάκτυλά τους / με τις φλογοβόλες ακτίνες του), τη σύνεση και τη σοφία της ανθρωπότητας ανά τους αιώνες (στ.11, 12 τα βήματά τους φωτίζονται στις διαδρομές / της άχρονης ύπαρξής τους).  

 Στον δεύτερο πίνακα, τον δίχως ήλιο και φως, αισθητοποιούνται σαν σε αντίστιξη οι απώλειες: ο φόβος και οι ενοχές για τον έρωτα (στ.2-4 ο έρωτας λουφάζει τρομαγμένος μες στη σπηλιά του, / τ’ αηδόνι δε σμίγει με το ταίρι του), ο μαρασμός των καρπών και της φύσης (στ. 5-7 οι σιτοβολώνες μαραίνονται στο σκοτάδι / τα στάχυα δε μεστώνουν χρυσά), η ίδια η ομορφιά (στ. 8, 9 οι χρυσαλλίδες δε βγαίνουν απ’ το κουκούλι τους / για να υφάνουν τον ιστό του μεταξιού).

 Και κλιμακώνονται οι εικόνες του κακού, μέχρι να εξοριστεί η «καλοσύνη» και επικρατήσουν στη «μαύρη νύχτα» το μίσος και η κακία (στους τέσσερις τελευταίους στίχους):

«οι άνθρωποι ερπετά σέρνονται στο χώμα,

χύμα η κακία που τους κυβερνάει

κι η καλοσύνη άφαντη, ξεπνοϊσμένη

στη μαύρη νύχτα που ακολουθεί.»

 Στις δύο τελευταίες στροφές λειτουργεί ο αμυντικός ψυχολογικός μηχανισμός της απώθησης. Το Π.Υ. αρνείται να δεχθεί «το γκρίζο άρμα του ήλιου», το σκοτάδι. Δεν είδε και δεν έζησε τις εμπειρίες «της φωτιάς του πολέμου». Άγνωστη και αθέατη η σκοτεινή πλευρά της γης. 

 Έχει την ψευδαίσθηση ή την τύχη ότι γνώρισε μόνο το γελαστό θεό του καλού, «το γελαστό θεό» το «μαντατοφόρο του καλού» που στέλνει χαμόγελα ευτυχίας σ’ όλο τον κόσμο.

Είναι ο φόβος του κακού που ενεργοποιεί την απώθηση;

Είναι η καλή τύχη που κρατά ζωντανό ακόμη το χαμόγελο του;

 Το θέμα είναι οικείο στους μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης. Μην εκπλαγείτε, όταν το συναντήσετε σε κάποιον φλωρεντινό ζωγράφο στις μεγάλες πινακοθήκες. Τόσο το καλύτερο· δεν θα χρειαστείτε ξενάγηση.  

       09. Στροφή (σ. 42)

Μη λύνεις τους γρίφους της ζωής

έτσι, χωρίς έλεος, χωρίς σκέψη.

Ένα ατέλειωτο ταξίδι πόνων

σε θέλει πεισματάρη, ταξιδευτή.

Μην αφήνεσαι στο έλεος της φθοράς.

Μην ενδίδεις, προχώρα!

Εκεί στη στροφή σε περιμένει η έκπληξη.

Κράτα γερά το τιμόνι.

Συλλογίσου.

Η ομορφιά ανήκει στο σήμερα.

Όχι στην παρακαμπτήρια οδό.

Η ζωή είναι στη στροφή,

στην καμπύλη.

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ένα ποίημα στα όρια του επιγράμματος: Χαρακτηριστικά του η συντομία, η απλότητα, η μεστότητα στοχασμού και η μεγάλη συμπύκνωση των εικόνων.

Ένα ενθαρρυντικό ποίημα προς τον ταξιδιώτη της ζωής.

Με δυνατές αποτροπές σε δεύτερο πρόσωπο, κι άλλες παρόμοιες προτροπές:

-Μη λύνεις απερίσκεπτα  τα μυστήρια της ζωής (στ.1).

-Το πολύπονο ταξίδι  σε θέλει πεισματάρη. (στ.3,4)

-Μη σε παρασύρει η  φθορά. (στ.5)

-Μην υποχωρείς, προχώρα. (στ.6)

-Πλησιάζεις στη στροφή, στην έκπληξη της ζωής σου.

-Πάρε στα χέρια σου  τη ζωή. «Κράτα γερά το τιμόνι» (στ.8)

-Συλλογίσου. (στ.8)

-Η ομορφιά είναι παρούσα. (στ.8), μην την παρακάμπτεις.

-Η αληθινή ζωή είναι  η ομορφιά της ζωής και είναι  στο χέρι σου.

-Κάνε τη μεγάλη στροφή, την αλλαγή, εκεί στη στροφή  της ζωής σου, στην κατάλληλη  ώρα.

Και για να θυμηθούμε τον Οράτιο … carpe diem.  

 10. Αφήστε τους νεκρούς (σ. 49)

 Αφήστε τ’ αστέρια ήσυχα

να ταξιδεύουν στη θάλασσα τ’ ουρανού,

τους νεκρούς που κοιμούνται να προσέχουν

τις ατέλειωτες νύχτες.

Μη λάχει και ξεστρατίσει το βήμα τους

στον κόσμο των ανθρώπων

όπου στοιβάζονται κούφια όνειρα

και πεθαμένες ελπίδες.

Μη λάχει κι η ανάσα τους ζεστάνει

με το φως της μέρας

ακολουθώντας το ρυθμό των ωρών

που κυλά ακατάλυτος.

Μη λάχει και το τελευταίο

θολό κοίταγμα τ’ ουρανού

πεθυμήσει το πλάτος του

 με μια  γλυκιά πεθυμιά στα μάτια.

Αφήστε τους νεκρούς να κοιμούνται

ήσυχοι τα βράδια.

Τους αρκεί το κρύο μάρμαρο

που τους σκεπάζει.

   

ΑΝΑΛΥΣΗ

Πότε ένα ποίημα είναι «σκοτεινό», δυσνόητο; Δεν μπορεί, βέβαια, να είναι αυτή η πρόθεση του ποιητή. Μάλλον οφείλεται στη φύση του θέματος, στις δύσκολες ιδέες που θέλει να περάσει στο ποίημα. Και επειδή με την αναφορική χρήση της γλώσσας δεν μπορούμε να συλλάβουμε τις πιο σύνθετες ψυχικές καταστάσεις, ο ποιητής αξιοποιεί την ποιητική λειτουργία της, που απαιτεί από τους αναγνώστες, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, συναισθηματική, όχι λογική στάση.

«Αφήστε τ’ αστέρια ήσυχα / να ταξιδεύουν στη θάλασσα τ’ ουρανού,

τους νεκρούς που κοιμούνται να προσέχουν / τις ατέλειωτες νύχτες.»

Με τον 2ο στίχο υποβάλλεται η αίσθηση του απείρου, της θάλασσας τ’ ουρανού.

Στον 3ο στίχο, με την τοποθέτηση του ρηματικού τύπου «να προσέχουν» στον αντίποδα της θέσης του «να ταξιδεύουν», διαστέλλεται η έννοια του χώρου και του χρόνου, που συμπληρώνεται άλλωστε με «τις ατέλειωτες νύχτες».

Η αρχική δυσκολία να ταυτοποιήσουμε ή να ξεχωρήσουμε τα υποκείμενα στον 2ο και 3ο στίχο, δυσκολία που επαυξάνεται με το κόμμα στο δεύτερο στίχο, είναι δική μας αδυναμία, και όπως νομίζω, θα αρθεί στην τελευταία στροφή.

    

Ο κόσμος των νεκρών είναι ο κόσμος του ποιήματος.

Πάνω σ’ ένα κυκλικό σχήμα οργανώνεται το ποίημα, στο επίπεδο των λέξεων αλλά και των ιδεών, μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας στροφής.

«Αφήστε τ’ αστέρια ήσυχα» / «Αφήστε τους νεκρούς να κοιμούνται»

Ανάμεσά τους τρεις στροφές, που αρχίζουν με την τριπλή επανάληψη της ενδοιαστικής πρότασης:  «Μη λάχει», μη τύχει και συμβεί στους νεκρούς το ανήκουστο, τα παράλογο, παράλογο που αισθητοποιείται με εικόνες και μεταφορές που ταιριάζουν στον κόσμο των ανθρώπων: Στη 2η στροφή να μη ζηλέψουν τα «κούφια όνειρα» και τις «πεθαμένες ελπίδες» των ζωντανών. Στη 3η, να μην επιθυμήσουν τον επαναλαμβανόμενο ακατάλυτα ρυθμό της ζωής τους. Και στην 4η, μη τύχει και ποθήσουν τη γλυκιά αιωνιότητα τ’ ουρανού.

«μη λάχει και το τελευταίο / θολό κοίταγμα τ’ ουρανού / ’πεθυμήσει το πλάτος του / με μια γλυκιά πεθυμιά στα μάτια»

Όμως, και οι τρεις αυτές «πεθυμιές» είναι τα παράλογα των ανθρώπων. Γι αυτό πρέπει να συμπληρώσουμε την προηγούμενη αρχική φράση «Ο κόσμος των νεκρών και οι αμαρτίες των ζώντων είναι ο κόσμος του ποιήματος».

Και στην τελευταία στροφή:

Αφήστε λοιπόν τους νεκρούς στην ησυχία τους. Μην ταράσσετε την ηρεμία του ύπνου τους. «Τους αρκεί το κρύο μάρμαρο / που τους σκεπάζει».

Εμείς λοιπόν, οι θνητοί είμαστε εκείνοι που διασαλεύουμε τη γαλήνη των νεκρών.

Ίσως το ποίημα μάς βοηθήσει να λύσουμε μια απορία: Ποιοι είναι καλότυχοι: Οι θνητοί που στοιβάζουν κούφια όνειρα κι ελπίδες; Ή μήπως οι νεκροί στον ήσυχο και γαλήνιο ύπνο τους;

11. Μετακομίζω (σ. 50)

Μετακομίζω την ύπαρξή μου

στο ιερό άβατο της αιδούς,

ξεμπλέκω την αλήθεια από το ψέμα

όπως την ήρα από το στάρι

για να την κάνω ψωμί

για τους ανήμπορους και τους αδικημένους

Ξορκίζω τους δαιμόνους του κακού

σαν ιεροφάντης στα μυστήρια της Ελευσίνας

με το θυμίαμα του δενδρολίβανου

και τα δαφνόφυλλα του δίκιου.

Κι ύστερα στεφάνι πλέκω από ελιά

και το χαρίζω απλόχερα

στο νικητή της αγάπης.

Όχι, δε συμμετέχω σε τηλεπαιχνίδια

σαν κι αυτά που παράγουν νικητές

με τις μηχανές των νομισμάτων.

Δε θέλω ’γω τα κίβδηλα βραβεία τους

ούτε το χειροκρότημα ενός κοινού

που το χορτάσαν οι εικόνες.

Εγώ τ’ αληθινό γυρεύω

να το κάνω κοσμοχαλαστή.

  ΑΝΑΛΥΣΗ

Ας μη παρασυρθούμε από την επιμονή και την ένταση του πρώτου προσώπου στο ποίημα. Οι εμπειρίες του είναι του δικού μας επιπέδου. Η ποιήτρια κοίταξε έξω τον κόσμο, ένα διχασμένο κόσμο αταξίας και τον έκλεισε σ’ ένα ποίημα.

Ωστόσο το Εγώ είναι παρόν, στη δύναμη των λέξεων και στο ρυθμό της γλώσσας, στη διαύγεια και στην καθαρότητα των εικόνων, στην αμεσότητα των συναισθημάτων, στη συγκινησιακή ένταση, στη λιτή αλλά νευρώδη και αποφασιστική δήλωση «Γι’ αυτό μετακομίζω».

Μετακομίζει … στο ιερό και απρόσιτο ναό της αιδούς.

Εκεί που οι άλλοι, οι πολλοί δεν μπορούν να εισέλθουν.

Εκεί που μπορεί να νιώσει την ντροπή, το άδικο, να ξεμπλέξει την  αλήθεια από το ψέμα, το κακό από το καλό, να ξεχωρίσει τους άξιους από τους ανάξιους. Να καθαρίσει το χρήσιμο από το άχρηστο, «την ήρα από το στάρι», να κάνει την αλήθεια, όχι την ήρα, σημαία της να σταθεί με καθαρό βλέμμα στο πλευρό των αδικημένων και των ανήμπορων.

Το ποίημα συνεχίζει με έξι ακόμη στροφές.

Όσο φθίνουν αριθμητικά οι στίχοι στις υπόλοιπες στροφές, τόσο αυξάνουν σταδιακά η πύκνωση των ιδεών μέσω των συμβόλων και η συγκινησιακή ένταση.

Στη δεύτερη στροφή απομακρύνει το κακό με κάθε μέσο.

Κι ύστερα στεφανώνει με το σύμβολο της ειρήνης τον «νικητή της αγάπης».

Αφήνει πίσω τις κίβδηλες μηχανές των ανθρώπων που παράγουν ψεύτικους νικητές.

Αποποιείται τα «κίβδηλα βραβεία», τον εικονικό και ψεύτικο δημόσιο έπαινο.

Γυρεύει την αλήθεια για να ξαναχτίσει ένα κόσμο αληθινό, τον κόσμο της αγάπης.

«Γι’ αυτό μετακομίζω».

Μαζί της κι εμείς, πλήρεις συναισθηματικά.

Η αλήθεια κι η αγάπη για το συνάνθρωπο, τον αδικημένο και το ανήμπορο καθοδηγούν και ενισχύουν την αποφασιστικότητα μας.

Λόγος στέρεος, κατηγορικός, χωρίς στολίδια, αυστηρός και αποφασιστικός.

Εικόνες και μεταφορές διαυγείς και απλές, αρκούν από μόνες τους, δείχνουν, χωρίς ερμηνείες και σχόλια, τον αληθινό δρόμο σ’ εκείνον που «αιδείται», σ’ εκείνον που έχει το σθένος να νιώσει συμπάθεια προς τον δυστυχούντα.

            12. Φώτα  αυλαίας (σ. 51)

Όταν τα φώτα της αυλαίας σβήσουν στη σκηνή

όπου ήσουν πρωταγωνιστής,

μη φοβηθείς για το σκοτάδι που έρχεται

γιατί ίσως αυτό φέρει κι άλλα φώτα.

Δεν τελειώνει η ζωή σε μια πράξη

ενός έργου που ζει ο καθένας.

Δεν τελειώνει η ζωή σ’ ένα έργο,

ας είναι και μονόπρακτο.

Γιατί τα φώτα της αυλαίας

περιμένουν πάντα, ανυπόμονα,

να συντροφέψουν κι άλλη παράσταση.

 ΑΝΑΛΥΣΗ

 Πώς επικοινωνεί το ποίημα με τους αναγνώστες;

Με μια κοινή εμπειρία: Την παρενέργεια από μια επίπονη προσπάθεια και συνακόλουθη επιτυχία και αναγνώριση.

 Όταν κάποιος τελειώνει ένα έργο μεγάλο και σοβαρό, όταν εκπληρώνει ένα στόχο, που είχε οργανώσει και υπηρετεί με προσοχή και με σύνεση, τότε θεωρείται επιτυχημένος.

Όταν, όμως, πέσει η αυλαία και σβήσουν τα φώτα της σκηνής (η συνεκδοχή της 1ης στροφής) αντίστοιχο της επιβράβευσης και της αναγνώρισης, ακολουθεί το σκοτάδι, η μοναξιά, η σιωπή.

Τότε ακριβώς είναι χρήσιμη η ισχυρή προτροπή του τρίτου στίχου «Μη φοβηθείς…»

 Στη δεύτερη στροφή οι λέξεις ζωή, ζει, πράξη, έργο, μονόπρακτο συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται σε δύο μεταφορικές παραστάσεις: του θεάτρου και της πραγματικής ζωής.

Με τις λέξεις χτίζεται το ποίημα, τα συναισθήματα και οι ιδέες απορρέουν απ’ αυτές. Φτάνει να είμαστε επαρκείς, δηλαδή δεκτικοί συναισθηματικά αναγνώ-στες. Νομίζω, μας βοήθησε να μπούμε στο κατάλληλο κλίμα η απαγγελία που προηγήθηκε.

 Το μήνυμα ακολουθεί σε δεύτερο πλάνο. Θα το αναζητήσουμε στον 3ο και 4ο στίχο της πρώτης στροφής και στην τελευταία.

«Μη φοβηθείς για το σκοτάδι που έρχεται / γιατί ίσως αυτό φέρει κι άλλα φώτα»

 Ύστερα από τη μεσολάβηση της δεύτερης στροφής: «Τίποτε δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση μιας πράξης ενός έργου, ούτε βέβαια ολοκληρώνεται η ζωή σ’ ένα έργο», το «ίσως» απουσιάζει. Η αμφιβολία της 1ης στροφής γίνεται βεβαιότητα στην τελευταία: «Γιατί τα φώτα της αυλαίας / περιμένουν πάντα, ανυπόμονα / να συντροφέψουν κι άλλη παράσταση».

 Οι επιτυχίες «τα φώτα της αυλαίας», περιμένουν πάντα να συντροφέψουν  – μπορούμε να προσθέσουμε εμείς- τον άξιο καλλιτέχνη και δημιουργό. 

 Το μήνυμα είναι κάτι περισσότερο από μια ιδέα. Ούτε βέβαια κάποια παρηγοριά ή μια ευχή. Κρύβει υπόσχεση και αυτοπεποίθηση. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση θα ταίριαζε ίσως και ο τίτλος:

«Εις εαυτήν»

 Με το ποίημα πέφτει και η αυλαία της δεύτερης συλλογής της κυρίας Πολυξένης Βακιρλή-Γιανακοπούλου.

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr