ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ

ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Κριτική παρουσίαση του βιβλίου «Παιδεία και Κοινωνία»

Σπύρος X. Πανταζής, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου

     Ο Γιώργος Μαστορίδης έγραψε ένα βιβλίο που μπορεί να το κατατάξει κανείς με την πρώτη ματιά στην Ιστορία της Εκπαίδευσης. Παράλληλα έχει και μια παιδαγωγική διάσταση με πολλές ιδέες και παιδαγωγικές προτάσεις για την Εκπαιδευτική της Πολιτική και την μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης. Το βιβλίο του θα έλεγα ότι είναι μια πρόταση για την εκπαίδευση που στηρίζεται σε δεδομένα της πράξης ως εμπειρίας και θεωρίας. Με αφορμή το περιεχόμενο του πρώτου μέρους του βιβλίου θα προσπαθήσω να αναδείξω μερικά από τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη δημοκρατία, την παιδεία και την κοινωνία, όμως μέσα από την οπτική ενός παιδαγωγού και της σύγχρονης συζήτησης για την εκπαίδευση γενικότερα.

 

    Στο βιβλίο του ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ο Γιώργος Μαστορίδης θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα και συγχρόνως δίνει και την απάντηση. Ρωτάει λοιπόν, σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα η εκπαίδευσή μας σε ότι αφορά την αγωγή των παιδιών; Σε κάκιστη απαντάει και αυτό τον πληγώνει, και ο πόνος του αναδεικνύεται από τα αποκαλυπτικά παραδείγματα που παραθέτει. Προσπαθεί, δηλαδή, να αναδείξει την αθόρυβη κρίση που σοβεί όχι μόνο στα σχολεία αλλά και στον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας. Στιγματίζει με όλη τη δύναμη της φωνής του τη σημερινή ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα και παρατηρεί ότι αυτός είναι ο λόγος που οδηγεί «στην κοινή παθογένεια του πνευματικού και κοινωνικού παραλογισμού της παραπαιδείας, της παραοικονομίας, της παραπολιτικής και των καταλήψεων», (σελ.22). Όπως υποστηρίζει, τα πάντα στην εκπαίδευση ρυθμίζονται από το πρότυπο «της νοσηρής, αντιδιαλεκτικής και εμφυλιοπολεμικής, αντιπαράθεσης των πολιτικών κομμάτων … και έχει άμεσο αντίκτυπο στην οργάνωση της παιδείας και την κοινωνική συνοχή με την επικράτηση διαλυτικών τάσεων», (σελ. 22). Και συνεχίζει:«Η κομματική υστερία, ο διχαστικός πολιτικός λόγος και το… ανεπανάληπτο «ή αυτοί ή εμείς», η συνεχής αντιπαλότητα «φιλολαϊκών» και «αντιλαϊκών» εύκολα μετατρέπεται σε εχθρότητα», (σελ.29),υποβαθμίζοντας τα στοιχεία που έχουν ευρύτερη παιδαγωγική σημασία και προάγουν την πνευματική, πολιτική και ηθική ωρίμανση των νέωνστις σύγχρονες δημοκρατίες. Η κυρίαρχη σκέψη του μπορεί να αποδοθεί ως εξής: οι απολύτως απαραίτητες για την καλλιέργεια των δημοκρατικών ιδεωδών διαδικασίες εκπαίδευσης υποβαθμίζονται σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και οδηγούν «στην παρακμή». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την καχεξία των δημοκρατικών αρχών στην κοινωνική λειτουργία. Όσο βαθαίνει, δηλαδή, η κρίση στην εκπαίδευση τόσο περιθωριοποιείται η σημασία του Σχολείου. Για τον συγγραφέα το Σχολείο δεν είναι μία πολυτέλεια, είναι ένας πολύτιμος πνευματικός αναβαθμός σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα και ένας πυλώνας θεσμικής ωρίμανσης για τη σύγχρονη δημοκρατική Ελλάδα. Με απώτερο πολιτικό στόχο «τη διαμόρφωση δημοκρατικής παιδείας και κοινωνίας με ταυτόχρονη οικοδόμηση κοινωνικού κράτους δικαίου», (σελ.29).

 

   Υπογραμμίζει την μεγάλη σπουδαιότητα που έχουν για τους μαθητές ο κριτικός έλεγχος, η αλληλεπίδραση, ο αναστοχασμός, η ελευθερία, η προσωπική διαλογική σχέση με την αισθητική, την ηθική και την κοινωνική πραγματικότητα. Ο προσανατολισμός προς «τον ατομισμό, την αδιαφορία, την ανευθυνότητα», οδηγεί σε κοινωνικές συμπεριφορές, όπου τα άτομα «λειτουργώντας και ενεργώντας» ως «άθροισμα ατόμων που το καθένα έχει μάθει να επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα σε βάρος… του κοινού συμφέροντος». Το αναλυτικό του ενδιαφέρον επεκτείνεται από την Δευτεροβάθμια ως την Πρωτοβάθμια εκπαίδευση και αγγίζει «την τυπική όσο και τη μη τυπική μάθηση». Γι’ αυτό στο βιβλίο του προτείνει την κατεδάφιση του «Σινικού Τείχους» που χωρίζει την Πρωτοβάθμια από την Δευτεροβάθμια εκπαίδευση» (σελ.20). Δηλαδή, «να οικοδομηθεί ένα ενιαίο σχολείο με Διοικητική αναδιάρθρωση της εννιάχρονης υποχρεωτικής Βασικής Εκπαίδευσης, …τόσο στην διαμόρφωση των Προγραμμάτων Σπουδών, όσο και στην καθημερινή σχολική λειτουργία, χωρισμένη σε τριετείς κύκλους σπουδών».

 

   Η σωστή και ακριβοδίκαιη πάντως αποτίμηση αυτού του έργου απαιτεί προσδιορισμό των αναλυτικών του περιορισμών. Στο βιβλίο αυτό γίνεται πολύς λόγος για τη θέση των βιβλίων και της βιβλιοθήκης στο σχολείο, πράγμα που αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα στα σχολεία. Δηλαδή, πολύ λίγα λέγονται γι’ αυτά, όπως αυτά εντάσσονται στη δομή και τη λειτουργία του σχολείου. Αξίζει όμως να τύχει ιδιαίτερης προσοχής το σχόλιο στη σελίδα 77 του βιβλίου του: «Όπως είναι αναγκαίο για την τοπική κοινωνία το Γυμναστήριο και το κολυμβητήριο, το ίδιο είναι αναγκαίο για τη γυμναστική του πνεύματος το σύγχρονο ηλεκτρονικό αναγνωστήριο με την παραδοσιακή βιβλιοθήκη και στο σχολείο και στην κοινωνία», (σελ.77), «.. το πρόγραμμα σπουδών, το βιβλίο, η αίθουσα – εργαστήριο και αναγνωστήριο έχουν τεράστια σημασία», (σελ.49).

 

     Ο Γιώργος Μαστορίδης εστιάζει το ενδιαφέρον στις αρετές που είναι αναγκαίες για τους μαθητές και αυριανούς Έλληνες πολίτες μιας σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας, στην καλλιέργεια των οποίων η αγάπη για το βιβλίο συντελεί ουσιαστικά. Είναι ακόμη σημαντικό ότι υπογραμμίζει τη δυνατότητα μιας διαδικασίας μάθησης που βασίζεται σε ουσιαστική παρουσίαση επιχειρημάτων και που μπορεί αυτό να οδηγήσει σε μια δημιουργική επικοινωνία. Η θέση αυτή αποτελεί ένα αντιπαράδειγμα στην πρακτική μιας κατ’ επίφαση μάθησης-εκπαίδευσης που είναι απλώς άγονη.

 

     Από τα δυνατά σημεία του βιβλίου αυτού είναι η δυνατότητα να προσφέρει επιχειρήματα σε πολιτικούς φορείς και παράγοντες της εκπαιδευτικής πολιτικής για την ενδυνάμωση της δημοκρατικής εκπαίδευσης. Καθώς και η ευκολία με την οποία μπορεί να γίνει αντικείμενο συζήτησης στην ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και να αποτελέσει ένα ερέθισμα για κριτική σκέψη για κάθε αναγνώστη. Ο συγγραφέας απευθύνεται λοιπόν σε ένα ευρύ φάσμα αναγνωστών: από γονείς που ενδιαφέρονται για τις εκπαιδευτικές επιλογές και προοπτικές της δωρεάν παιδείας μέχρι τους εκπαιδευτικούς, τους παιδαγωγούς και όλους όσους υπηρετούν το σχολείο και την εκπαίδευση. Θα πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε το βιβλίο αυτό ως φωνή διαμαρτυρίας για την αλλαγή του σχολείου στη νέα κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται.

 

Γράφει ο Γ. Μ.: «Η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει μια νέα μορφή αγωγής του πολίτη, τέτοια που να λαμβάνει υπόψη τις τρέχουσες εξελίξεις στον πολιτικό, τον κοινωνικό, τον οικονομικό και τον οικολογικό τομέα», (σελ. 73). Ο μαχητικός χαρακτήρας του κειμένου και η αίσθηση του κατεπείγοντος που αποπνέει υπογραμμίζονται σε πολλά σημεία:

 

     Η δύναμη του Γ.Μ. στο «Παιδεία και Κοινωνία» έγκειται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη βαθιά γνώση της εκπαιδευτικής θεωρίας αλλά και της εκπαιδευτικής εμπειρικής γνώσης της σχολικής πραγματικότητας σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Επηρεασμένος από παιδαγωγικές ιδέες, όπως του Ντιούι, του Ρουσώ, κ.ά. διατυπώνει προτάσεις που είναι απολύτως αναγκαίες για την διαμόρφωση των Ελλήνων δημοκρατικών πολιτών. Υποστηρίζει ότι η σημερινή ανεπάρκεια της εκπαίδευσης αποτρέπει τους νέους να σκέφτονται, όπως ο Ρουσώ, ο οποίος γνώριζε ότι ο Αιμίλιος πρέπει να μάθει να βλέπει τον κόσμο … από την οπτική πολλών ευάλωτων θέσεων, καλλιεργώντας πλούσια φαντασία. «Η φαντασία και η κριτική ικανότητα μοιάζουν σήμερα πολυτέλεια και οι γονείς την αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση. «Ταΐζουμε» τους μαθητές με πράγματα που θα τους βοηθήσουν να πάρουν καλό βαθμό στις εξετάσεις. Ωστόσο το κυνήγι ενός ονείρου προϋποθέτει ανθρώπους που μπορούν να ονειρεύονται». Καλεί τους αναγνώστες, με τη μορφή μιας πρότασης η οποία αντικαθιστά ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που υπονομεύει τη δημοκρατία με μία άλλη πρόταση που την προάγει. Παράλληλα δείχνει πόσο σημαντικό είναι να μάθουμε να συνεργαζόμαστε και να ζούμε αρμονικά με τους άλλους, αλλά και να σκεφτόμαστε ο καθένας για τον εαυτό του. Ταυτόχρονα αναδεικνύει την κρίση της εκπαίδευσης, η οποία περνά σχεδόν απαρατήρητη και κανείς δεν συγκινείται, ούτε αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης και μελέτης, μια κρίση η οποία στο μέλλον θα έχει σίγουρα πολύ μεγάλες συνέπειες για τη παιδεία μας και κατ’ επέκταση για τη δημοκρατία μας και θα περιορίζει το μέλλον μας όλο και περισσότερο. Διαμαρτύρεται για το σημερινό παιδαγωγικό μοντέλοπουβασίζεται κύρια στη μονομερή διδασκαλία των παιδιών με στόχο τις καλές επιδόσεις και τις πανελλαδικές εξετάσεις. Για να διατηρήσει η δημοκρατία μας τη ζωτικότητά της θεωρεί ότι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού είναι κρίσιμης σημασίας και όχι η παπαγαλία. «Ο Σωκράτης, γράφει ο Γ.Μ., οδηγούσε, ……χωρίς να δεσμεύει την ελευθερία και την ορμή του στοχασμού», (σελ.54).

 

   Τί είδους εκπαίδευση λοιπόν συνάδει με το σημερινό μοντέλο εκπαίδευσης; Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στη δική μας χώρα, η εκπαίδευση στοχεύει κύρια στην οικονομική μεγέθυνση. Γι’ αυτό χρειάζονται προχωρημένες δεξιότητες για παράδειγμα στην τεχνολογία ενώ η ισότιμη δωρεάν παιδεία δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντική.Δεδομένης της διδακτέας ύλης και της παιδαγωγικής μεθόδου που τη συνοδεύουν, αποθαρρύνεται η κριτική σκέψη, ενθαρρύνεται όμως η αφομοίωση και η παπαγαλία, όπου κάθε κριτική για αδικίες και ανισότητα αποφεύγεται. Γράφει λοιπόν ο Γ.Μ. στη σελ. 46: «Οι ουσιαστικές και ανυπολόγιστες συνέπειες της παπαγαλίας συμπυκνώνονται στην ρηχή, χωρίς βιωματική και ερευνητική εμβάθυνση, επιφανειακή προσέγγιση όλων των ζητημάτων… Φυσικά επακόλουθα της βιβλιοκεντρικής αποστήθισης είναι η προχειρότητα και η παραβατικότητα, η ανομία, η παράνομη και παράλογη συμπεριφορά που δεν δικαιολογούνται σε καμιά πολιτισμένη χώρα». Οι εκπαιδευτικοί που ενστερνίζονται αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης της δήθεν δωρεάν παιδείας δεν αδιαφορούν απλώς για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού, αλλά και τη φοβούνται. Παραπέμποντας στον Πιαζέ ο Γ.Μ. γράφει: «στο παραδοσιακό σχολείο η υποταγή των μαθητών στην ηθική και διανοητική αυθεντία του δασκάλου, όπως και η υποχρέωση τους ν’ αποστηθίσουν το σύνολο των γνώσεων που είναι απαραίτητες για να πετύχουν στις τελικές εξετάσεις, αποτελούν μια κοινωνική κατάσταση λειτουργικά παραπλήσια με τις τελετουργίες μύησης στις πρωτόγονες κοινωνίες! Σκοπός αυτής της εκπαίδευσης είναι κυρίως η ανάπτυξη της ατομικότητας και η υποταγή της στην κοινωνική παράδοση, ενώ η πλήρης ανάπτυξη της προσωπικότητας προϋποθέτει αρμονία τόσο στη διαμόρφωση του ατόμου όσο και στην ένταξή του ως προσωπικότητα στη συλλογική ζωή», (σελ. 47). Και καταλήγει: «Δυστυχώς στο ελληνικό σχολικό σύστημα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με το λεγόμενο «κίνημα των καταλήψεων», δεν εξασφαλίζεται ακόμα και το δικαίωμα παρακολούθησης των σχολικών μαθημάτων. Το δικαίωμα στην πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, δηλ. το δικαίωμα οι μαθητές να βρίσκουν στο σχολείο όλα τα απαραίτητα εφόδια για τη διαμόρφωση ενεργητικής διανόησης και δυναμικής κοινωνικής συνείδησης, είναι σχεδόν ανύπαρκτο.

 

   Η ελληνική σχολική εκπαίδευση κατατρύχεται από την βιβλιοκεντρική αποστήθιση, την οργανωτική προχειρότητα, την ατομική παραβατικότητα και όλα αυτά μαζί συγκροτούν ένα εκρηκτικό μίγμα ανόητου κοινωνικού και πολιτικού παραλογισμού», (σελ.48). Εάν η χώρα μας επιθυμεί να προάγει μία παιδεία ευαίσθητη προς τον λαό «οφείλει να κάνει αλλαγές τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις μεθόδους μάθησης, ώστε το σχολικό εκπαιδευτικό σύστημα να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες εξελίξεις» (σελ.57), «διότι τα σημερινά ζητήματα δεν είναι τοπικά, εθνικά αλλά παγκόσμια και απαιτείται σκέψη και δράση οργανωμένη τοπικά και παγκόσμια με το βλέμμα στο κοινό καλό», (σελ.73). «Η νέα ιδιότητα του παγκόσμιου πολίτη… απαιτεί γνώση, ευσυνειδησία και δράση…, νοητικές ικανότητες που θα επιτρέπουν την κρίση και τη δράση», (σελ.75). Αυτά όλα, τα απολύτως σημαντικά για την υγεία της παιδείας και της κοινωνικής δημοκρατίας, τα οποία περιγράφει ο Γιώργος Μαστορίδης στο βιβλίο του, θα έπρεπε ως κοινωνία να μας ανησυχούν, ότι τα σχολεία μας παρουσιάζουν μια τέτοια εικόνα και εξέλιξη.

 

   Η παιδεία θέλει δυνάμεις με ορθολογική σκέψη και φαντασία. Και στα ελαττώματά της η σημερινή εκπαίδευση, με τα κυρίαρχα σήμερα χαρακτηριστικά που περιγράφει ο Γιώργος στο βιβλίο του, τροφοδοτεί δυνάμεις, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, που οδηγούν στη βία και την απανθρωπιά και αποτυγχάνουν να καλλιεργήσουν τις αντίρροπες δυνάμεις που ευνοούν τον πολιτισμό της ισότητας και του σεβασμού. Η ανθρωπιστική και δημοκρατική παιδεία, την οποία υπονοεί ο συγγραφέας στο βιβλίο του, καλλιεργεί ανθρώπους ικανούς να βλέπουν τους συνανθρώπους τους ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες, να μπορούν να ξεπερνούν τους φόβους και την καχυποψία τους, να επιλέγουν τον φιλικό, ορθολογικό και δημοκρατικό διάλογο.

 

   Το πρωταρχικό μέλημα της σύγχρονης κοινωνίας και πολιτείας είναι η άσκηση στον Ορθό Λόγο και τον Διάλογο στο πλαίσιο μιας παιδείας πνευματικής διανοητικής ανάπτυξης, η οποία πραγματώνεται βιωματικά, συντελείται συνεργατικά και διαμορφώνεται δημοκρατικά σε ερευνητικό σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον με τη χρήση πολλών βιβλίων και βοηθημάτων τόσο στις Αίθουσες Μαθημάτων όσο και στις αναγνωστικές Σχολικές - Δημοτικές Βιβλιοθήκες.

 

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr