Πώς να χειρίζονται οι νέοι τις ιδέες, πώς να χειρίζονται

 τα πράγματα, πώς να χειρίζονται τους ανθρώπους;

Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982)

 

Με αφετηρία την αρχή ότι η Εκπαίδευση έχει σκοπό όχι απλώς να καλλιεργήσει τις ατομικές ικανότητες των Νέων, αλλά και να τις προσαρμόσει στις κοινωνικές ανάγκες, αφού το σχολείο ετοιμάζει τον νέο άνθρωπο για τη ζωή μέσα στον κύκλο των ομοίων του, μια Αμερικανή ερευνήτρια συμβουλεύτηκε το Λεξικό Επαγγελματικών Απασχολήσεων, που έχει εκδώσει μια ειδική για το θέμα Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, και εντυπωσιάστηκε από την ταξινόμηση των επαγγελμάτων που γίνεται στο βιβλίο τούτο.

Οι απαραίτητες για κάθε επάγγελμα ικανότητες κατατάσσονται σε τρεις τομείς ή κατηγορίες: α) ικανότητες στο χειρισμό των γνωσιολογικών στοιχείων (εννοιών, ιδεών κτλ.), β) ικανότητες στον χειρισμό των πραγμάτων (υλικών, οργάνων κτλ.) και γ) ικανότητες στο χειρισμό των ανθρώπων (των διαπροσωπικών σχέσεων). Οι περισσότερες δουλειές απαιτούν συνδυασμό ικανοτήτων και από τους τρεις τομείς, όχι όμως με τον ίδιο συντελεστή στο κάθε είδος. Σε ένα επάγγελμα έχει ο πρώτος τομέας τις περισσότερες αξιώσεις (π.χ. ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι), σε άλλο ο δεύτερος (καλλιτέχνες, μηχανικοί κτλ.), σε άλλο ο τρίτος (κοινωνικοί λειτουργοί, σύμβουλοι δημοσίων σχέσεων κτλ.). Ανάλογα με τις κλίσεις και τις δυνάμεις του ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να εκπαιδεύεται για να τραπεί προς τη μια ή την άλλη επαγγελματική κατεύθυνση· το σχολείο θα προσπαθεί να αναπτύξει όσο γίνεται περισσότερο τα φυσικά κεφάλαιά του. Η Αμερικανή όμως ερευνήτρια (πού εργάζεται στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Ερευνών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας) προτείνει - πολύ ορθά - να δοθεί βέβαια το βάρος της σχολικής αγωγής στον κύριο τομέα, αλλά να βοηθηθεί ο Νέος να αναπτύξει ένα ελάχιστο όριο ικανότητας και στους δύο άλλους τομείς, γιατί έτσι θα προσαρμοστεί καλύτερα στη συλλογική ζωή και θα αποδώσει περισσότερο στο επάγγελμά του. (Πατρίτσια Κρος «Παιδεία και Ατομικές Ικανότητες», περιοδικό Διάλογος-Αθηνών, 1977 Α, σελ. 93).-

 Καθαρό και λιτό, πρακτικό είναι το διάγραμμα που μεταχειρίζεται στην ταξινόμησή του το Αμερικανικό Λεξικό. Τί ζητούμε από έναν άνθρωπο για να ευδοκιμήσει στη σημερινή κοινωνία (κοινωνία πού έχει σ' εκπληκτικό βαθμό προχωρήσει στον καταμερισμό της εργασίας); Άλλοτε τις ικανότητες που αναφέρονται στη «μάθηση με το νου», να συλλέγει δηλαδή και να ξεκαθαρίζει, να συσχετίζει και να κατατάσσει γνώσεις από τον φυσικό και τον ιστορικό κόσμο. Τύπος του διανοουμένου, ή του λογίου. Άλλοτε πάλι τις ικανότητες να επινοεί και να χειρίζεται με επιδεξιότητα υλικά και εργαλεία για ένα πρακτικό ή και καλαισθητικό σκοπό. Τύπος του τεχνίτη, του κατασκευαστή. Και άλλοτε τέλος τις ικανότητες να πλησιάζει εύκολα τους ανθρώπους, να συνεργάζεται μαζί τους, να τους επηρεάζει, να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του και να δέχεται τις δικές τους. Τύπος του εμπόρου ή του πολιτικού. Ποιές άραγε απ' αυτές τις ικανότητες «τιμά» και προσπαθεί να αναπτύξει η πατροπαράδοτη Εκπαίδευση; Για την Ελλάδα τουλάχιστο η απάντηση είναι εύκολη: τις πρώτες. Κάποια σημασία και προσοχή δίνει (τώρα τελευταία) και στις δεύτερες. Οι τρίτες όμως πολύ λίγο την ενδιαφέρουν και την απασχολούν. Με γνώσεις προσπαθούμε να γεμίσουμε το κεφάλι των παιδιών μας, με τη σοφία, την έτοιμη και «συσκευασμένη» του βιβλίου, με έννοιες και ιδέες, του θεωρητικού πνεύματος προϊόντα και κατακτήσεις. Δεν καλλιεργούμε την παρατηρητικότητα και την επινοητική φαντασία, την επιτηδειότητα και την πρωτοβουλία στο χειρισμό των «πραγμάτων», τις τεχνικές δεξιότητες σε όσα παιδιά από φυσική κλίση αγαπούν να δουλεύουν με τα «χέρια», να «κατασκευάζουν». Όσο για το τρίτο είδος, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνικότητα (σε όλο το πλάτος της εννοίας της), την αφήνουμε να καλλιεργηθεί μόνη της στις λίγες ώρες που αφήνει το παραφορτωμένο πάντοτε πρόγραμμα των θεωρητικών μαθημάτων για το παιχνίδι και τη σχολική «κοινότητα».

Είναι σωστός αυτός ο τρόπος αγωγής των Νέων;

Αφήνω κατά μέρος πόσο μονόπλευρα τους εκπαιδεύουμε, πόσο άνισα αναπτύσσουμε την προσωπικότητά τους, με αποτέλεσμα όχι μόνο να πλήττουν θανάσιμα μέσα στα σχολεία μας, να μη βρίσκουν ενδιαφέρον σε όσα τους προσφέρουμε, να βιάζονται να εγκαταλείψουν τα θρανία για να απαλλαγούν το γρηγορότερο από τις «άχρηστες» (γι' αυτούς) γνώσεις που τους φορτώνουμε, να αντιπαθούν και το βιβλίο και το δάσκαλο και την κοινωνία που τους βασανίζει. Το χειρότερο είναι ότι και τους Νέους αδικούμε, αφού τα κριτήριά μας για την προώθησή τους σε ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες είναι μεροληπτικά (τις θεωρητικές γνώσεις τους μόνο εξετάζουμε και βαθμολογούμε, όχι και τις πρακτικές ικανότητες ή τις κοινωνικές αρετές τους), και την κοινωνία, τόσο κατά την οικονομική όσο και κατά την πολιτική της διάσταση - τί θα αποδώσουν σ' αυτές τις περιοχές της συλλογικής ζωής άνθρωποι του «γυάλινου πύργου», άπραγοι και άτολμοι; Τους ανθρώπους - «κλάσματα μικρότερα από την ακέραιη μονάδα» όχι μόνο δεν τους χρειάζεται αλλά και τους φοβάται η κοινωνία. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην τριχοτομία των ζωτικών ικανοτήτων, για να κοιτάξουμε από πιο κοντά το θέμα.

 

Χειρισμός ιδεών- πραγμάτων και ανθρώπων

 Εκτιμώ ιδιαίτερα σ' αυτό τον πίνακα τη λέξη «χειρισμός» - operation, στη διεθνή επιστημονική γλώσσα. (Ή ελληνική έχει την ίδια καταγωγή με τη γερμανική Behandlung). Οι μυημένοι στα σύγχρονα ψυχολογικά και επιστημολογικά ρεύματα θα θυμηθούν εδώ τί ρόλο παίζει στις αναλύσεις του Jean Piaget το επίθετο operationnel· με αυτό χαρακτηρίζονται οι συνειδησιακές λειτουργίες, τόσο οι στοιχειωδέστερες όσο και οι συνθετότερες μορφές τους. Όλες κατά βάθος είναι ένας χειρισμός. Χειριζόμαστε με κάποιο τρόπο στοιχεία που μας δίνονται, είτε αντιλαμβανόμαστε ένα αντικείμενο μέσα στο χώρο, είτε παίζοντας πλάθουμε και στολίζουμε ένα χιονάνθρωπο, είτε διατυπώνουμε ένα πλέγμα σχέσεων με μιαν αλγεβρική παράσταση. Έτσι μπορούμε άριστα να πούμε ότι έργο της αγωγής που μας ετοιμάζει για μιαν επιτυχημένη προσαρμογή στις ανάγκες της ζωής, είναι να μας διδάξει και να μας γυμνάσει πώς να «χειριζόμαστε» τις ιδέες - τα πράγματα -τους ανθρώπους. «Χειρίζομαι τις ιδέες» θα πει συλλέγω πληροφορίες αλλά και τις «δουλεύω», τις ελέγχω, τις ξεκαθαρίζω, τις κάνω παραγωγικές, από τις ήδη αποκτημένες και με τις αποκτημένες γνώσεις αποκτώ νέες που με βοηθούν να προχωρήσω ακόμη παραπέρα στην αντίληψη και στην εξήγηση του γύρω μου κόσμου. «Χειρίζομαι τα πράγματα» σημαίνει ανακαλύπτω και μετασχηματίζω υλικά, επινοώ εργαλεία και τρόπους για να φτάσω σ' ένα χρήσιμο αποτέλεσμα, σε μια κατασκευή που προορίζεται να ικανοποιήσει μιαν άμεση ή έμμεση ανάγκη μου, πρακτική ή καλαισθητική. Αυτόν λ.χ. το χειρισμό κάνει ο τεχνίτης που εκτελεί μιαν υδραυλική εγκατάσταση, και ο γλύπτης που «δουλεύει» μια πλαστική εικόνα από πηλό. Και με τη φράση «χειρίζομαι τους ανθρώπους» εννοούμε πως ξέρω και μπορώ να συμπεριφερθώ σκόπιμα απέναντί τους, να συνεργαστώ, να συναγωνιστώ, να διασκεδάσω μαζί τους, να τους πλησιάσω για να με πλησιάσουν, να τους καταλάβω για να με καταλάβουν και με τη σύμπραξη να επιτύχω σ' ένα ατομικό ή κοινής ωφέλειας έργο.

 Ιδού λοιπόν, αν θέλουμε να το διατυπώσουμε με αδρές γραμμές, το πρόγραμμα της σχολικής αγωγής, να καθοδηγήσουμε και να ασκήσουμε τους Νέους, τον καθένα ανάλογα με τις κλίσεις και τις ικανότητές του, πώς να χειρίζονται τις ιδέες, πώς να χειρίζονται τα πράγματα, πώς να χειρίζονται τους ανθρώπους. Εγκύκλια ή γενική μόρφωση (το λένε οι λέξεις) είναι εκείνη που αναφέρεται και στους τρεις τομείς· επαγγελματική ή ειδική μόρφωση αυτή που ρίχνει όλο το βάρος της στον ένα. Το πρόβλημα είναι έως ποια ηλικία και με ποιόν επιμερισμό χρόνου και εργασίας θα προσφέρουμε την πρώτη, και εάν θα δεχτούμε η δεύτερη να προχωρεί σε μιαν εξειδίκευση που στενεύει τον κύκλο των ενδιαφερόντων και τον πνευματικό ορίζοντα έως το σημείο να μη βλέπει και να μην ξέρει ο άνθρωπος τίποτε άλλο εκτός από εκείνο που διδάχτηκε να σκέπτεται και να πράττει ως «επαγγελματίας». Πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα τούτο το καταλαβαίνουμε άμα ρίξουμε ένα βλέμμα στο πρόγραμμα των μαθημάτων και στον τρόπο της διδασκαλίας και των εξετάσεων που εφαρμόζεται στα εκπαιδευτήρια της χώρας μας. Τα σχολεία πού προσφέρουν την εγκύκλια μόρφωση (τη στοιχειώδη και τη μέση) είναι σχεδόν πέρα ως πέρα νοοκρατούμενα (για να μην πω μνημονικοκρατούμενα). Στο «νου» των μαθητών απευθύνονται και γι' αυτόν εργάζονται. Με ιδέες (για να μην πω με λέξεις) προσπαθούν να τον θρέψουν και να τον αναπτύξουν. Ούτε τα μάτια ούτε τα χέρια διδάσκουν και ασκούν να βλέπουν και να χειρίζονται τα «πράγματα». (Προσέξετε τί ασήμαντη θέση κατέχουν στο πρόγραμμα τα τεχνικά μαθήματα και στο σύλλογο των καθηγητών οι δάσκαλοί τους). Όσο για το πώς να γνωρίσουν τους ζωντανούς ανθρώπους μέσα στη κοινωνία που ζουν, και το πώς να συμπεριφέρονται απέναντι τους, πώς να συνάπτουν και να αναπτύσσουν τις λεγόμενες διαπροσωπικές σχέσεις, για τούτο ούτε λόγος μπορεί να γίνει στα σχολεία μας. «Αυτό δεν είναι δική μας δουλειά» λένε οι παιδαγωγοί μας· «ας αναλάβουν το έργο ή οικογένεια, ή εκκλησία, οι αθλητικοί σύλλογοι, τα εκδρομικά σωματεία, οι πολιτικές λέσχες· εμείς θα τους μάθουμε γράμματα»!

Και αυτά ακριβώς τα «γράμματα» που τους μαθαίνουν, θα αποφασίσουν μεθαύριο για την προώθησή τους σε ανώτερες σπουδές, αφού όσοι προορίζονται για σχολές πανεπιστημιακού επιπέδου (ακόμα και τεχνικές) στα «γράμματα» που διδάχτηκαν θα εξεταστούν. Αν είναι σε θέση να «χειριστούν τα πράγματα», να «χειριστούν τους ανθρώπους», αν μπορούν να αναπτύξουν μια «πρακτική» πρωτοβουλία, αν έχουν φαντασία και συναισθηματική ωριμότητα για να κινηθούν με θάρρος και με άνεση μέσα στην κοινωνία που τους περιμένει - αυτό ούτε εξετάζεται ούτε βαθμολογείται, γιατί φυσικά δεν χωράει στην κόλλα που γράφει ο υποψήφιος για να πείσει τους εξεταστές του ότι μεθαύριο θα γίνει ένας καλός μηχανικός ή ένας καλός δικηγόρος... Τα ίδια κενά, αλλά, από την αντίθετη πλευρά, παρουσιάζει το πρόγραμμα και η διδασκαλία στις επαγγελματικές μας σχολές. Εκεί δουλεύουν, κάποτε μάλιστα παραδουλεύουν τα χέρια, αλλά ο «νους» μετατοπίζεται στο περιθώριο· σχεδόν αποκλειστικός στόχος έχει γίνει η τεχνική δεξιότητα – τα «γράμματα» έπαψαν να χρειάζονται, μάθαμε αρκετά. Και τους «ανθρώπους»; Αυτούς θα έχουμε μεθαύριο την ευκαιρία να τους γνωρίσουμε στην «αγορά» - στις διαπραγματεύσεις, στους συναγωνισμούς, στις απεργίες μας...

    Πρέπει κάποτε ν’ αποφασίσουμε να κοιτάξουμε με μιαν άλλη οπτική γωνία το εκπαιδευτικό έργο, να ελευθερωθούμε από τις έξεις που τις έκανε δεύτερη φύση μας ή ρουτίνα, και να το ξανασκεφτούμε από την αρχή. Να εξερευνήσουμε τις διαστάσεις του, να ψηλαφήσουμε τις γωνίες του και να του δώσουμε το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό πού απαιτεί ο τόπος και ο χρόνος μας. Οι άνθρωποι που προσπαθούν να πλάσουν τα σχολεία μας, δεν είναι πια, δεν θα είναι αύριο χρήσιμοι ούτε για τον εαυτό τους ούτε για το σύνολο. Δεν αποκτούν με την εκπαίδευση που τους δίνουμε τις ικανότητες - όλες τις ικανότητες ή εις βάθος τις ικανότητες - που θα τους χρειαστούν για να εργαστούν θετικά, δημιουργικά, ανθρώπινα, και να ευδοκιμήσουν. Επιπλώνουμε το νου τους με αναμασημένες γνώσεις, αλλά τους κρατούμε μακριά από τα «πράγματα» και τους «συνανθρώπους», δεν αναπτύσσουμε τη φαντασία και την πρωτοβουλία τους, την εφευρετικότητα και το θάρρος τους - ή αντίθετα, τους κάνουμε επιτήδειους, δεξιοτέχνες, αλλά όχι και γνωστικούς, ενήμερους και συναισθηματικά ανοιχτούς προς τους ομοίους των, πραγματικά κοινωνικούς ανθρώπους. Και τούτο το πράττουμε από λάθος, λάθος προοπτικής: σ' ένα κατ' εξοχήν ευγενές έργο, όπως είναι το εκπαιδευτικό, βλέπουμε το ποσόν των υπηρεσιών πού προσφέρουμε, όχι το ποιόν. Και στα αποτελέσματά τους πάλι το ποσόν προσέχουμε, όχι το ποιόν. Γιατί στο ποσόν μπορούν εύκολα να συμπέσουν οι υπολογισμοί μας, ενώ για το ποιόν δύσκολα συνεννοούμαστε.

 

Πολιτιστικό Μέλλον 16/10/17 –

 Μετά από σαράντα(40) χρόνια ακριβώς, οι απόψεις του

 για τη Σχολική Αγωγή και ειδικά για το ποσόν και το ποιόν

 του εκπαιδευτικού έργου  παραμένουν επίκαιρες!

 

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο ΒΗΜΑ, 16 Οκτωβρίου 1977

Στο βιβλίο, «Οι δρόμοι της ζωής», εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, 1985

 

 

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr