Η γλώσσα, ως όργανο συνεννόησης, έκφρασης, επικοινωνίας και γνώσης του περιβάλλοντος, στις μέρες μας, εν πολλοίς, έχει γίνει και μέσο προβολής, επίδειξης, ξενομανίας και σε περιπτώσεις, ίσως, και  επιφανειακής μόρφωσης. Αλλά εύλογα, αναρωτιέται κάθε νοήμων  άνθρωπος: είναι λογικό να δημιουργούνται προβλήματα κατανόησης στο γραπτό ή προφορικό λόγο, όταν μια λέξη, που ακούς  ή βλέπεις να προβάλλεται από τα Μ.Μ.Ε.,  να μην την καταλαβαίνεις ή έστω να σου δημιουργείται σύγχυση;

Οι ξένες λέξεις, που βλέπουμε στον τύπο, κυρίως τον αθλητικό, και στα τηλεοπτκά μέσα, αυξάνονται ολοένα, σε τέτοιο βαθμό, που σε κάνουν να νομίζεις ότι δεν ζεις στην Ελλάδα αλλά σε κάποια  άλλη ξένη χώρα.

Βέβαια, είναι ακατανόητο και απαράδεκτο η ελληνική γλώσσα, η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, που έχει δανείσει πολλές λέξεις σε άλλες ξένες γλώσσες, να απαξιώνεται τόσο προκκλητικά από τους νεοέλληνες. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 μας ταλάνιζε η δημοτική και η καθαρεύουσα. Από τότε έως σήμερα, αντί να μην υπάρχει κανένα θέμα συνεννόησης και κατανόησης, διαπιστώνουμε ότι αρκετοί Έλληνες έχουν πρόβλημα και αναρωτιούνται γιατί να χρησιμοποιούνται τόσες ξένες λέξεις και από τα ιδιωτικά και από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Την εποχή που κυριαρχούσε η καθαρεύουσα τα μεσαία και κυρίως,  τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα είχαν πρόβλημα κατανόησης. Άλλωστε, αυτή ήταν τότε η επίσημη γλώσσα του κράτους και αυτή διδασκόταν σε όλα τα σχολεία και σε όλα τα Πανεπιστήμια της ελληνικής επικράτειας. Επόμενο ήταν οι απλοί άνθρωποι να θαυμάζουν τους μορφωμένος που ήξεραν την καθαρεύυουσα.

Είναι, πιστεύω, ευρύτερα γνωστό το γεγονός που συνέβη σ’ ένα χωριό της χώρας. Ένας χωρικός, κατά την έπέτειο της 25ης Μαρτίου, είχε πάει στην εκκλησία, όπου  άκουσε και τον πανηγυρικό λόγο, που εκφώνησε ο δάσκαλος. Εννοείται ότι μίλησε στην  καθαρεύουσα. Αργότερα, σε φίλο του εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον ωραίο λόγο του δασκάλου. Όταν ο φίλος τον ρώτησε τι είπε και του άρεσε τόσο πολύ ο λόγος του, απάντησε:

-Μα, τα είπε τόσο ωραία, που δεν κατάλαβα τίποτα.

            Έχει, πιστεύω, ενδιαφέρον να αναφέρουμε και  ένα άλλο περιστατικό που συνέβη σε επαρχιακό γυμνάσιο, στο τέλος περίπου της δεκαετίας του 1970. Να σημειώσουμε ότι το χωριό ήταν τόσο απομακρυσμένο και απομονωμένο, ώστε δεν υπήρχε ούτε συγκοινωνία ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι καθηγητές ανέβαιναν στο χωριό με τα πόδια και περπατούσαν, περίπου, δύο ώρες. Στο χωριό υπήρχε ένα μόνο καφενεδάκι, όπου θα μπορούσε κανείς να παραγγείλει και ένα πρόχειρο φαγητό, όπως αβγά τηγανισμένα, κονσέρβα ή κάτι άλλο. Ο διευθυντής του γυμνασίου ήταν μαθηματικός και κατέφευγε συχνά σ’ αυτό το καφενείο, προκειμένου να πίνει κάτι και να περνά τις ώρες της σχόλης. Το συνηθισμένο ποτό που παράγγελνε ήταν το τσίπουρο. Να πώς έδινε την παραγγελία:

-Μπαρμπα - Κώστα, βάλε μου ένα τσίπουρο, ώστε να εφάπτεται της ελλειψοειδούς καμπύλης.

Έλα, τώρα, να καταλάβει ο χωρικός καφετζής τις λέξεις «εφάπτεται» και «ελλειψοειδούς καμπύλης». Ήθελε να πει, πάντως, πως επιθυμούσε το τσίπουρο να φτάσει σε εκείνο το ύψος του ποτηριού, όπου είχε μια ελλειψοειδή καμπύλη και όχι εντελώς κυκλική. Ο καφετζής, όπως ήταν επόμενο, έριχνε τσίπουρο στο ποτήρι όσο εκείνος νόμιζε. Όμως, ο γυμνασιάρχης σταθερά και στο επόμενο διάστημα έδινε την ίδια παραγγελία και με τις ίδιες λέξεις: «το τσίπουρο να εφάπτεται της ελλειψοειδούς καμπύλης».

Το γεγονός είναι πέρα για πέρα αληθινό, γιατί το πληροφορήθηκα  από τον επόμενο διευθυντή αυτού του γυμνασίου, στον οποίο παραπονιόταν ο καφετζής ότι δεν καταλάβαινε την παραγγελία του προηγούμενου διευθυντή. Εκμυστυρεύτηκε και κάτι άλλο ο καφετζής. Ο προηγούμενος διευθυντής καθόταν με τις ώρες στο καφενείο και ασχολούνταν με τη διόρθωση των γραπτών και  το αντικείμενό του, τα Μαθηματικά. Μερικές φορές, απότομα και περιχαρής (ως νέος Αρχιμήδης) σηκωνόταν απότομα από την καρέκλα και έλεγε στον καφετζή:

-Έλυσα, τώρα, μπαρμπα – Κώστα,  μια ασκησάρα, δεν σου λέω τίποτε.

Άντε τώρα, να καταλάβει ο αγράμματος χωρικός το  μεγάλο κατόρθωμα του μαθηματικού, που το διαλαλούσε τόσο ηχηρά.

Πάντως, από την «ελλειψοειδή καμπύλη» και το «εφάπτομαι» φτάσαμε να βλέπουμε και να ακούμε ξένες λέξεις και φράσεις, που σ’ ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού δεν είναι κατανοητές. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Νιουζ, μπρίφιγκ, πρες ρούμ, μπρέικ, ρόστερ, μπάτζετ και άλλες πολλές εκατοντάδες λέξεις ή φράσεις.

Μάλιστα, μερικοί τηλεοπτικοί σταθμοί  αναγράφουν τους ελληνικούς τίτλους εκπομπών με ξένους χαρακτήρες. Πρόχειρα αναφέρω: mourmoura, to soi sou, pame paketo.Όμως, η γλώσσα, ως ανθρώπινη κατάκτηση, είναι όργανο συνεννόησης και επικοινωνίας και δεν είναι λογικό να απευθυνόμαστε σε άλλους χωρίς να γινόμαστε αντιληπτοί. Άλλωστε, και γι’ αυτό,τελικά, καθιερώθηκε η δημοτική ως επίσημη γλώσσα τους κράτους και της εκπαίδευσης.

Να θυμίσω σ’ αυτό το σημείο και το περιστατικό που αναφέρει ο Ν.Καζαντζάκης: «Σε χωριό της Κρήτης καθαρευουσιάνος  επιθεωρητής ρώτησε μαθητή δημοτικού σχολείου: τι είναι καλύτερο: το αυτί ή το ους. Απάντηση του μαθητή: Όι, κυρ δάσκαλε, τ’ αφτί. Ακούει κιόλας. Η απάντηση λύνει το γλωσσικό ζήτημα, ήταν το σχόλιο  του Καζαντζάκη» [Πηγή: ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (Άγνωστες μαρτυρίες και ντοκουμέντα» Ελευθεροτυπία 2007, 50 χρόνια από τον θάνατό του, σελ.116). Αναλογικά, αν  ρωτήσουμε έναν απλό πολίτη: «τι είναι καλύτερα να αναγράφεται στην οθόνη της τηλεόρασης: semi – finals  ή ημιτελικοί;» Θα μας απαντούσε, πιστεύω, ημιτελικοί, το καταλαβαίνω κιόλας.

Επιπλέον, οι πινακίδες σε πάρα πολλά καταστήματα και καφετέριες είναι γραμμένες μόνο σε ξένες γλώσσες. Τι κι αν έχει νομοθετηθεί να αναγράφονται πάνω πάνω στα ελληνικά και από κάτω και μέσα σe παρένθεση στα ξένα; Σιγά τώρα, που θα χρησιμοποιούν τα ελληνικά, τα ξένα πουλάνε καλύτερα!

            Μ’ ένα λόγο, από τη μια μεριά, παραδώσαμε στους δανειστές τον εθνικό και ορυκτό πλούτο, λιμάνια, αεροδρόμια κ.α., τους βάλαμε ελεγκτές και επιτηρητές στην οικονομία μας, γιατί οι κυβερνώντες δεν έλαβαν, όταν έπρεπε, μέτρα και από την άλλη, «ελαφρά τη καρδία» και χωρίς λόγο και αιτία, απαξιώνουμε τη γλώσσα μας, δηλαδή, την εθνική μας ταυτότητα.

Θα αναρωτηθεί κανείς δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε αυτή τη στάση μας απέναντι στη γλώσσα μας; Φυσικά, μπορούμε, αν το θελήσουμε. Μια συνεννόηση ανάμεσα στα κόμματα, τους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, τους διευθυντές εφημερίδων και περιοδικών, την τοπική αυτοδιοίκηση και τους διάφορους φορείς και μια ενημέρωση από ειδικούς, πιστεύω ότι θα μπορούσε ν’ αντιστρέψει το κλίμα της απαξίωσης προς τη γλώσσα μας. Να περιμένουμε κάποια ευαισθησία από την  πολιτεία και από τους ιθύνοντες στα Μ.Μ.Ε; Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος.

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr