Παλαιότερα, στα πρώτα μαθήματα των Λατινικών περιλαμβανόταν και το ρητό «Dumspiro, spero (όσο αναπνέω/ζω, ελπίζω). Αυτό, λίγο πολύ, το θυμούνται οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, γιατί, από τη μια μεριά, είναι ένα ρητό που περιέχει μια αλήθεια και μια σοφία, και από την άλλη, στηρίζει το άνθρωπο και τον κάνει να ελπίζει ότι οι δυσκολίες της ζωής μπορούν να ξεπεραστούν. Άλλωστε, μετά τον Χειμώνα έρχεται η Άνοιξη. Θυμίζω και το Δημοτικό τραγούδι της ελπίδας, που αντήχησε μετά την πτώση της Πόλης, το έτος 1453,«Παλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι».

Σήμερα, η χώρα μας, μετά από μια περίοδο οικονομικής κρίσης και ύφεσης οχτώ (8) περίπου ετών, η ελπίδα για αλλαγή της κατάστασης παραμένει ζητούμενο. Ο ευκολόπιστος ελληνικός λαός )και πάντα προδομένος, κατά τον ποιητή) αφού πίστευε τις προεκλογικές εξαγγελίες διαφόρων κομμάτων, έδωσε, κατά σειρά, την εξουσία, ουσιαστικά, σε τρία κόμματα, στο ΠΑΣΟΚ, στη Ν. Δημοκρατία και στον ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς, απογοητεύτηκε και τις τρεις φορές. Σήμερα, βρίσκεται σε μια κατάσταση απαισιοδοξίας, αδράνειας και απάθειας. Ενεργεί σαν το ψάρι που βγήκε από το νερό. Θα μπορούσε να πει κανείς, ακόμη, ότι ο λαός απεμπόλησε, με την ανοχή του, δημοκρατικά του δικαιώματα και μείωσε τα αντανακλαστικά του, όπως ο πειραματικός σκύλος του Παβλόφ.

Βρίσκεται σε μια κατάσταση αδιέξοδη και δεν ξέρει πια τι να κάνει και «πού την κεφαλήν κλίνη». Έχει απογοητευτεί και απελπιστεί τόσο πολύ από κόμματα και πολιτικούς, ώστε δείχνει σημάδια παραίτησης από αγώνες και διεκδικήσεις. Μπορεί να νιώθει και προδομένος. Άκουσε από καιρό ότι τώρα φτάσαμε στον πάτο του βαρελιού ή ξύνουμε τον πάτο του βαρελιού. Περνάνε χρόνια και ακόμη ξύνουμε τον πάτο. Μήπως υπάρχει και απόπατος;

Οι κυβερνώντες, κάθε φορά, επειδή γνωρίζουν καλά ότι πρέπει να δίνουν ελπίδες στο λαό, προκειμένου να μην αντιδρά σε επαχθή μέτρα και δυσβάσταχτους φόρους, έδιναν υποσχέσεις ότι, μετά το Πάσχα, μετά το Φθινόπωρο, με το νέο έτος και πάει λέγοντας, αφήνουμε πίσω τα δύσκολα, η οικονομία θα ανακάμψει ή θα απογειωθεί, θα έρθει η Άνοιξη, θα βγούμε στις αγορές και άλλα παρόμοια. Βέβαια γνώριζαν ότι όλα αυτά δεν θα γίνονταν, αλλά εξαπατούσαν το λαό και τον έκαναν να ζει με μάταιες ελπίδες. Φαίνεται ότι ήξεραν και το γνωμικό του Σόλωνα «Ελπίς γαρ η βόσκουσα τους πολλούς βροτών» (= Η ελπίδα είναι αυτή που τρέφει τους περισσότερους ανθρώπους).

Εύλογα, αναρωτιέται κανείς τι ελπίδα είναι αυτή που μένει στα λόγια μόνο; Πόσο μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος με ανέλπιστη ελπίδα; Φαίνεται, ως προς αυτό, πως είχε δίκιο ο Γερμανός φιλόσοφος Νίτσε, που έλεγε: Η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό, γιατί παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων.

Έτσι, οι περικοπές ολοένα και ξαλαφρώνουν το πορτοφόλι των Ελλήνων (όσοι έχουν, ακόμη, πορτοφόλι), ο αριθμός των Ελλήνων που καταφεύγει σε συσσίτια και Κοινωνικά Παντοπωλεία αυξάνει, η Κυριακή Προσευχή: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον» έρχεται αυθόρμητα στα χείλη πολλών Ελλήνων και φως στο τούνελ δεν διακρίνεται πουθενά. Ο σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος Αρόν Βιγκούσιν, λέει ότι: «λόγω των περικοπών στις δαπάνες, το φως στην άκρη του τούνελ είναι σβηστό σήμερα», αλλά στη χώρα μας, εξαιτίας πολλών και ατέλειωτων περικοπών, το φως στην άκρη του τούνελ παραμένει σβηστό για χρόνια. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε κι εμείς σήμερα το προεπαναστατικό Δημοτικό τραγούδι, ως προς την ελπίδα βέβαια,

               Ακόμα τούτη την Άνοιξη

             ραγιάδες, ραγιάδες,

               τούτο το καλοκαίρι,

              όσο να ‘ρθει ο Μόσκοβος (η Ρωσία)

              να φέρει το σεφέρι(στρατό, πόλεμο)

               Μοριά και Ρούμελη.

                Πώς και πότε, λοιπόν, θα γυρίσει ο τροχός και θα χορτάσει και ο φτωχός; Ποιος μπορεί, βάσιμα, να στείλει σήμερα σήματα ελπίδας στον απεγνωσμένο ελληνικό λαό; Μήπως θα είναι καλύτερα να μην ελπίζουμε τίποτε, όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης; ή να συμφωνήσουμε με τον Σουίφτ, Ιρλανδό συγγραφέα, που έλεγε: « Ευλογημένοι αυτοί που δεν ελπίζουν τίποτε, γιατί δεν θα απογοητευθούν ποτέ».

                Ύστερα από αυτά, φαντάζει χθεσινό το ωραίο διήγημα του Α. Σαμαράκη, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με τίτλο «Ζητείται Ελπίς». Όσοι δεν το έχουν διαβάσει, ας το διαβάσουν. Αξίζει τον κόπο. Άλλωστε είναι πολύ σύντομο. Εδώ, απλώς να σημειώσουμε το τέλος του διηγήματος, όπου το κεντρικό πρόσωπο, αφού διάβασε σε εφημερίδα ένα σωρό αγγελίες «Ζητείται… Ζητείται…   Ζητείται…» και καθώς είναι απογοητευμένος από την ελληνική και παγκόσμια κοινωνία, αυθόρμητα γράφει στο μπλοκάκι του «Ζητείται ελπίς» και βιάζεται να το παραδώσει στην εφημερίδα, για να δημοσιευτεί στο αυριανό φύλλο.

                Τελειώνοντας, θα έλεγα να μην χάσουμε την απαντοχή και να διατηρούμε , έστω και ψήγματα αόριστης ελπίδας, φτάνει να ξεκινήσουμε όλοι μια πανεθνική προσπάθεια, χωρίς υστεροβουλίες και κουτοπονηριές. Τα κόμματα και οι βουλευτές να σοβαρευτούν και να βάλομε όλοι πάνω από όλα το συμφέρον της Ελλάδας. Θα είναι, από ψυχολογική άποψη, τονωτική ένεση να συμφωνήσουμε με τον ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη που διακήρυξε: «Κι αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή ειν’ η ρίζα».

(Γιώργοςς Κ.Καπρινιώτης , 27 Ιουλίου 2016).

Κατασκευή - Φιλοξενία: E-base.gr